Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Περνώντας μισή ζωή με το κινητό

Η αγαπημένη μου θεία, η θεία Λεν, στα ογδόντα της, μου είπε ότι δεν είχε και μεγάλη δυσκολία να προσαρμοστεί σε όλα τα πράγματα που ήταν νέα στη ζωή της –τα αεροπλάνα τζετ, τα ταξίδια στο διάστημα, τα πλαστικά, κ.ο.κ.– αλλά δεν μπορούσε να συνηθίσει την εξαφάνιση του παλιού. «Πού πήγαν όλα τα άλογα;» με ρώτησε κάποτε. Γεννημένη το 1892, είχε μεγαλώσει σε ένα Λονδίνο γεμάτο από άμαξες και άλογα. Κι εμένα μου συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Πριν από μερικά χρόνια περπατούσα με την ανιψιά μου, τη Λιζ, σε έναν δρόμο κοντά στο σπίτι που μεγάλωσα στο Λονδίνο και σταματήσαμε σε μια γέφυρα τρένου όπου περνούσα ώρες σκυμμένος σαν παιδί (...)

(...) Στο μυθιστόρημά του, του 2007, «Φεύγει το Φάντασμα» ο Φίλιπ Ροθ μιλάει για το πόσο ριζική φαίνεται η αλλαγή στην πόλη της Νέας Υόρκης σε έναν μοναχικό συγγραφέα που έχει ζήσει μια δεκαετία μακριά της.
Αφού αναγκάστηκε να κρυφακούσει τηλεφωνικές συνομιλίες σε κινητά τριγύρω του, αναρωτιέται: «Τι συνέβη αυτά τα δέκα χρόνια κι έχουμε ξαφνικά τόσα πολλά να πούμε – και, μάλιστα, πιεζόμαστε υπερβολικά επειδή ανυπομονούμε να τα πούμε; ... Πώς είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει ότι συνεχίζει να ζει ανθρώπινα όταν περπατάει και μιλάει στο κινητό του τη μισή ζωή του;» (...)

(...) Τώρα τα πάντα είναι, δυνητικά, δημόσια: οι σκέψεις κάποιου, οι φωτογραφίες του, οι μετακινήσεις του, οι αγορές του. Δεν υπάρχει ιδιωτική ζωή και προφανώς υπάρχει και λίγη επιθυμία για ιδιωτικότητα σε έναν κόσμο αφιερωμένο στη χωρίς σταματημό χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο, πρέπει να τα σπαταλάει σε μια συσκευή που κρατάει σφιχτά στο χέρι του.

Αυτοί που είναι παγιδευμένοι στον εικονικό κόσμο δεν είναι ποτέ μόνοι και δεν μπορούν ποτέ να συγκεντρωθούν και να εκτιμήσουν τα πράγματα σιωπηλά, με τον δικό τους τρόπο.

** Είναι αποσπάσματα από θέμα που διαβάσαμε στο lifo.gr. Τίτλος του: «Όλιβερ Σακς: "Τη μισή σου ζωή περπατάς κοιτώντας το κινητό σου"». Δείτε το εδώ.