Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

Οι δύο Γιάννηδες του Γιάννη Μπεχράκη

ΜΙΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ «ΤΑΓΜΕΝΟΥ» ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑ – ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ-ΣΕΛΦΙ, ΠΟΥ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΟΥ ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι; Τέτοιοι δημοσιογράφοι; Και αν είμαστε εμείς «συνάδελφοι», άνθρωποι της Ενημέρωσης, αυτοί τι πρέπει να είναι, πώς πρέπει να λέγονται; Ο χαρακτηρισμός «συγκλονιστική» είναι αδύναμος για
να αποδώσει την περιγραφή που έκανε ο Γιάννης Μπεχράκης για την περιπέτειά του στη Σιέρα Λεόνε, στις 24 Μαΐου του 2000. Το αυτοκίνητο με την αποστολή του Ρόιτερς πέφτει σε ενέδρα των ανταρτών που πετάγονται μέσα από τα δέντρα και πυροβολούν στα τυφλά. Γύρω του συνάδελφοι και συνοδοί στρατιώτες είναι νεκροί. Οι σφαίρες γαζώνουν λαμαρίνες και σάρκες. Ο ίδιος τρελαίνεται. «Βρίσκομαι σε μια πισίνα αδρεναλίνης, νιώθω το κάθε δευτερόλεπτο». Αρπάζει τις φωτογραφικές του μηχανές («γιατί; γιατί είναι αρρώστια μου!»), παραμερίζει το μεγάλο βαρύ σώμα ενός νεκρού στρατιώτη και τρέχει στη ζούγκλα που είναι τόσο πυκνή που δεν βλέπει τον ήλιο.

Τότε δύο Γιάννηδες ξεπετιούνται μέσα του. Ο ένας του λέει: «Δεν άκουγες τη μανούλα σου. Πού πας και μπλέκεις σε τέτοια πράγματα;». Και ο άλλος Γιάννης: «Εσύ, ρε φίλε, είσαι φτιαγμένος γι΄ αυτά». Επανέρχεται ο πρώτος Γιάννης: «Τώρα είναι καιρός να βάλεις τα κλάματα, να ζητήσεις τη μαμά σου. Εδώ τελείωσες». Και ο άλλος Γιάννης: «Μα τι είναι αυτά που λες; Εσύ είσαι δυνατός, είσαι μάγκας, έχεις κάνει εκπαίδευση, έχεις περάσει τόσους πολέμους, σε έχουν πυροβολήσει τόσες φορές». Ναι, λέει ο Γιάννης Μπεχράκης, ο... κανονικός, «αλλά τώρα έχουν περάσει πολλές ώρες και ήθελαν να σκοτώσουν εμένα. Θέλω να κλάψω, αλλά δεν με αφήνει το πείσμα». 

Η ιδέα μιας αστείας αυτοκτονίας! 

Τα κλαδιά του σχίζουν το πρόσωπο και το σώμα. Ακούει φωνές, πυροβολισμούς. «Είμαι σε άλλη διάσταση. Ξέρω ότι θα πεθάνω, αλλά δεν θέλω να πεθάνω». Τρέχει με θερμοκρασία υψηλή και αφόρητη υγρασία. «Διασχίζω τη ζούγκλα σαν ζεστό μαχαίρι στο βούτυρο». Τα πνευμόνια του πάνε να εκραγούν, σταματάει και παίρνει ανάσες. Προσπαθεί να σκεφτεί. Ξέρει ότι αν τον πιάσουν θα τον βασανίσουν, θα υποφέρει. Παρακαλάει να τον βρει μια σφαίρα στο κεφάλι, όχι αλλού, όχι στο στομάχι και παιδευτεί ώς το βράδυ που θα τον φάνε τα θηρία. Σκέφτεται ότι αν χρειαστεί, για να μην πέσει στα χέρια τους, θα πρέπει να αυτοκτονήσει. Αλλά με τι; Έχει μόνο φωτογραφική μηχανή. Θα χτυπάει το κεφάλι του με αυτήν ώσπου να πεθάνει! Και τότε βάζει τα γέλια γιατί, λέει, η  εικόνα που θα δουν μπροστά τους οι αντάρτες θα είναι ενός ανθρώπου που χτυπάει το κεφάλι του με μια φωτογραφική μηχανή!

Οι φίλες σαρανταποδαρούσες-τέρατα 

Ηρεμεί, κάτι πρέπει να κάνει. Παίρνει λάσπη από το έδαφος και πασαλείβεται για να μην φαίνεται ότι είναι λευκός. Πέφτει μπρούμυτα και περιμένει. Τότε βλέπει να περνούν δύο τεράστιες σαρανταποδαρούσες, «δυο τέρατα, μη γελάτε, υπάρχουν αυτά». Σκέφτεται ότι εκεί μέσα είναι οι μοναδικοί του φίλοι και αυτό του κάνει καλό.

Περιγράφει όλα αυτά με ένταση, αλλά δεν του λείπει το χιούμορ. «Ψυχολόγοι μου έχουν πει ότι σε τέτοιες καταστάσεις σε δέκα λεπτά το έχεις χάσει. Σε δυόμισι ώρες τα έχω χάσει πολλές φορές, αλλά η γυναίκα μου, με τόσα που έχω περάσει, θεωρεί ότι είμαι καλά». 

Βγαίνει από τη ζούγκλα στον δρόμο. Δεν θέλει να ξαναμπεί εκεί μέσα. Δεν τον νοιάζει –και ας πεθάνει. Σκέφτεται ότι «ήρθε η ώρα πιθανόν να κάνω το τελευταίο μου ρεπορτάζ». Γυρίζει τη μηχανή και τραβάει τον εαυτό του! Είναι η φωτογραφία που βλέπετε στην εικονογράφηση αυτού του θέματος.

Στην αρχή της ομιλίας του ο Γιάννης Μπεχράκης εξήγησε ότι η Σιέρα Λεόνε εξορύσσει διαμάντια, τα «ματωμένα διαμάντια» όπως λέγονται, για χάρη των οποίων σπαράσσεται από τον εμφύλιο πόλεμο. Ο χώρα έχει έναν στρατό σχεδόν ανύπαρκτο. Πολλοί σε αυτόν το πρωί είναι στρατιώτες και το βράδυ γίνονται αντάρτες, ανάλογα με το ποιος θα τους πληρώσει. Τότε, το 2000, ήταν η φτωχότερη χώρα του κόσμου, με προσδόκιμο ζωής 39 χρόνια για τους άντρες και 41 για τις γυναίκες.

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ