Κυριακή, 3 Μαρτίου 2019

Μια μάνα-Σίσυφος

Είναι από τις παραστάσεις εκείνες που σε τραβάνε από το χέρι, σε ανεβάζουν στη σκηνή, σε κάνουν –χωρίς να υπάρχει κάποιου είδους διαδραστικότητα–συμμέτοχο στον ρόλο, σε βάζουν στην καρδιά του πόνου ή της χαράς, σε
καθιστούν αυτό που τετριμμένα λέμε, «μέρος του προβλήματος». Ναι, είναι ό,τι πιο αντιμπρεχτικό, αλλά υπάρχει και αυτό το θέατρο. Εκείνο που συνεγείρει τις αισθήσεις, που μιλάει στο συναίσθημα, που πατάει πάνω στην έντονη συγκίνηση, που ταυτίζει τον ηθοποιό με τον ρόλο και τον θεατή με τον ηθοποιό.

Η Ψιλικατζού, που παίζεται στο Vault με διαρκή σολντ άουτ –ή με πληρότητα που στη χειρότερη περίπτωση ξεπερνάει το 80%– είναι ένα ελληνικό έργο προφανώς βιωματικό. Όσα περιγράφονται τα έχει ζήσει η συγγραφέας, αλλά και τα νιώθει σαν να είναι δικά της βιώματα (σαν να τα έχει ζήσει κι εκείνη) η Ελένη Ουζουνίδου που ενσαρκώνει με σπαραγμό τη μάνα-Σίσυφο, αυτήν που διεκδικεί με δύναμη, υπομονή και στωικότητα τη χαρά της μητρότητας. Μια χαρά που δεν εξομοιώνεται και δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη. Η ιστορίες που περιγράφει από τα χρόνια που έζησε στο ψιλικατζίδικό της η ηρωίδα, είναι προσχηματικές για να πιάσει την άκρη στο νήμα της αφήγησης και να ελαφρύνει με εναλλαγές χιούμορ τα περιστατικά έντονης αγωνίας και μεγάλου πόνου. Δεν θα έλεγα ότι σε αυτόν τον τομέα, των περιγραφών με αστεία περιστατικά, η επιτυχία είναι μεγάλη.

Αντίθετα, είναι συναρπαστική η δύναμη που είχε η αφήγηση, με νατουραλίστικη ζωντάνια, της προσπάθειας της γυναίκας να αποκτήσει παιδί, η περιγραφή των συναισθημάτων της όταν τα χάνει και μετά η νέα ορμητική δύναμη για μια ακόμα προσπάθεια παρακάμπτοντας τις απογοητεύσεις, τις ιατρικές αστοχίες –τις αλητείες για την ακρίβεια μια από αυτές που περιγράφει–, τον οίκτο του περίγυρου.

Η δομή του έργου παραπέμπει σε μονόλογο, και ας υπάρχει δεύτερο πρόσωπο στη σκηνή. Όμως η παρουσία και η πολύ καλή ερμηνεία της Άννας Ψαρρά στον ρόλο της αδελφής της κεντρικής ηρωίδας και κάποια στιγμή μιας γιατρέσσας, δίνει στην παράσταση πλατύτερη διάσταση από αυτήν του μονολόγου –που κατά βάση είναι. Ο Δημήτρης Καρατζιάς μετουσίωσε ένα λογοτεχνικό κείμενο (το έργο βασίζεται στο βιβλίο της Κωνσταντίνας Δελημήτρου) σε ένα έξυπνα και όμορφα γραμμένο έργο. Σκηνοθετικά τον παρακολουθώ στο Vault από την εποχή τού πολύ επιτυχημένου Μπεντ και με χαρά διαπιστώνω κάθε φορά την ικανότητά του να φτιάχνει παραστάσεις προσεγμένες, που αξιοποιούν όλα τα υποκριτικά στοιχεία των ηθοποιών και κάθε πτυχή του κειμένου.

Με την Ψιλικατζού κατάφερε να καθηλώσει την αίθουσα, χωρίς εύκολα τεχνάσματα, και να στείλει μηνύματα. Είναι καλό, άραγε, που ανοίγοντας τα φώτα μετά το φινάλε παρατήρησα πολλά υγρατισμένα μάτια; Καλό γιατί δεν είχαμε δει ένα μελό, αλλά μια παράσταση που είχε συγκλονιστική φόρτιση παντού: στη σκηνή και στην αίθουσα, δηλ. στους ηθοποιούς και στο κοινό, ιδιαίτερα στο γυναικείο, αν το ξεχώρισα καλά. Γι αυτήν ακριβώς τη φόρτιση, άφησα να περάσει λίγος καιρός πριν γράψω τούτα τα λόγια: για να είμαι ανεπηρέαστος συναισθηματικά και να πω ό,τι πω με το φίλτρο της χρονικής απόστασης.

Στο επίπεδο της παράστασης συνετέλεσε η μουσική του Μάνου Αντωνιάδη, του οποίου επίσης παρακολουθώ την πορεία της δουλειάς του στο Vault, από την εποχή που αυτή η θεατρική κυψέλη στον Βοτανικό άρχισε να φτερουγίζει και να παράγει Θέατρο σε υψηλή ποιότητα.

Εξαιρετικό το ρεαλιστικό σκηνικό, σχεδόν πλήρες ψιλικατζίδικο, τόσο γεμάτο και τόσο πειστικό ώστε γίνεται σύσταση -χιουμοριστικά βέβαια- στο κοινό ότι τίποτα από τα υλικά του δεν πωλείται και δεν προσφέρεται κατά την έξοδο. Το σκηνικό προέρχεται από τη συνεργασία του Μάριου Βουτσινά, με τους Δημήτρη Καρατζιά και Μάνο Αντωνιάδη.

Δ.Β.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΝ HARDDOG:
1) Μια καντίνα η Ελλάδα (Άγριος σπόρος)
2) Άσκηση απελπισίας (Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα)
3) Ο άνθρωπος που έβγαλε το μπουζούκι από τη φυλακή (Μάρκος Βαμβακάρης)

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ