Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

Ιστορίες μπομπινοφώνου (9)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
(...) Ο Γιώργος αντέχει το ξύλο. Και με τα χέρια όταν το τρώει και με το λουρί. Δεν κλαίει. Τον μπαγάσα πόσο σκληρός είναι. «Θα σε κρεμάσω ανάποδα ρε τσόγλανε», του λέει ο πατέρας του. Και μια φορά τον κρέμασε, ναι, ανάποδα τον κρέμασε επειδή είχε πάρει ένα αυγό από το κοτέτσι τους χωρίς να ρωτήσει και το έφαγε ρουφηχτό. Ελαφρύς ήταν τότε ο Γιώργος και τον έπιασε ο πατέρας του, του έδεσε τα πόδια και τον κρέμασε με το σκοινί από το κλαρί
του πεύκου, εκεί που μαζευόμαστε τα παιδιά. Σαν κούνια τον κρέμασε. Τσιμουδιά ο Γιώργος. Έτρωγε ξύλο κρεμασμένος και δεν έκλαιγε. «Θα πας στην κόλαση ρε καθίκι, θα σε καίει η κόλαση σε όλη σου τη ζωή γιατί είσαι κλέφτης», του είπε ο πατέρας του και άναψε το κερί «Να ρε, έτσι καίει η φωτιά στην κόλαση», του είπε κι άρχισε να του βάζει τη φωτιά στα πόδια και στο χέρι. «Έμεινα ακίνητος, αλλά δάκρυσα, δεν άντεξα, δάκρυσα», μου είπε ο Γιώργος την άλλη μέρα, όταν είχε μάθει πώς καίει η φωτιά στην κόλαση (...)

(...)  Αμπάριζα παίζουμε πολλή ώρα, μέχρι το βράδυ παίζουμε που σκοτεινιάζει και μας φωνάζουν οι μανάδες μας να πάμε σπίτι. Πιο πολύ φωνάζει η μάνα του Γιώργου γι’ αυτό τη φοβόμαστε. Εγώ τη φοβάμαι δηλαδή που λέει «Γιώργοοοοοοο, τσακίσου γρήγορα και έλα σπίτι». Ο Γιώργος δεν τσακίζεται, «τώρα έρχομαι καλέ», λέει. «Καλάμια και μαμούνια, τσακίσου και έλα, μη σε στείλω στα τσακίδια», του λέει ο μάνα του αλλά ο Γιώργος δεν πάει και παίζει. «Γιώωωωωωργοοοοοοο που κακοχρονονάχεις, έλα γρήγορα». Η μαμά τού Γιώργου βρίζει, δηλαδή καταριέται. Και άλλες γυναίκες καταριούνται αλλά η μάνα του καταριέται πολύ πολύ. Και όλο κακοχρονονάχεις φωνάζει που δεν καταλαβαίνω τι λέει. Και τον άντρα της έχω ακούσει που καταριέται και ακούει η γειτονιά. «Που να μη σώσεις να γυρίσεις το βράδυ, κομμάτια να σε φέρουν βρε, κομματάκια για τα σκυλιά», λέει. Και η δικιά μου μαμά κάνει το σταυρό της. Γιατί η μάνα μου τον φιλάει τον μπαμπά όταν φεύγει για τη δουλειά και του δίνει την καστάνια με το φαγητό του (...).

** Είναι ένα απόσπασμα από τις Ιστορίες μπομπινοφώνου (ιστορίες στο συρτάρι) που ειπώθηκαν από ένα παιδί τού Δημοτικού (και αργότερα του Γυμνασίου), με όσες εκφραστικές δυνατότητες είχε, στο μικρόφωνο ενός ξεχασμένου μπομπιμπφώνου, κρυφά από τη γιαγιά που έβλεπε το περίεργο μηχάνημα σαν «όργανο του διαβόλου». Η αφήγηση έχει αλληλουχία. Μια λέξη σε μια ιστορία μπορεί να οδηγήσει σε μιαν άλλην. Σαν να τραβάς ένα ζευγάρι μπλεγμένα κλεράσια και αυτό φέρνει μαζί του και άλλα. Η γιαγιά καταχώνιασε τις μπομπίνες σε τριπλομυστικά μέρη της μονοκατοικίας. Και αυτές ανακαλύφθηκαν πριν μερικά χρόνια, σε ένα βράδυ που το φωτεινό φεγγάρι βρισκόταν στη ζώνη της μαγείας. 

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ