Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019

Ιστορίες μπομπινοφώνου (7)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
(…) Ο Κάρολος είναι ψηλός. πολύ ψηλός. «Και έχει ωραία μάτια αυτό το παιδάκι, γαλάζια μάτια σαν το λουλάκι», έχει πει η θεία Ποθητή – «Ποθέτα», τη λένε όλοι στο σπίτι. Ο Κάρολος είναι πλούσιος. Έτσι φαίνεται. Φαίνεται να είναι πλούσιος. Και τον λένε μαρμελόπαιδο και βουτυρόπαιδο στο σχολείο. Και άλλο τον λένε: βουτυρομπεμπέ. Να δείτε πώς νευριάζει ο Κάρολος. Σφίγγει τις μπουνιές του και ορμάει. «Πούστη, κωλόπαιδο, μαλακισμένο», βρίζει και κουνάει τις γροθιές του εδώ και εκεί. Ούτε
ξέρει πού βαράει. «Τώρα θα δεις ποιος είναι μαρμελόπαιδο, ρε γαμιόλη»! Ξέρει τέτοιες λέξεις ο Κάρολος, ουουουου, εκατό χιλιάδες! Και μου τις μαθαίνει, «μην σε περνάνε για μαλακισμένο, να τους βρίζεις», μου λέει. «Άμα σε πούνε μαλάκα εσύ να τους λες Πιάσ’ την μου και λάκα. Τότε αυτός θα σου πει Την πιάνω, τη λακώνω, στον κώλο σου τη χώνω. Και εσύ θα του πεις Όσο μιλάς τόσο σου μπαίνει. Και αυτός θα σου πει Όσο μιλάω και όσο μιλάς τόσο σου μπαίνει Και εσύ θα του πεις Όσο ανασαίνεις τόσο σου μπαίνει». Εγώ όμως δεν τα λέω αυτά. Τα ξέρω που τα λένε άλλα παιδιά αλλά δεν λέω. Γιατί δεν κάνει να βρίζω. Έτσι μου λένε. Από μικρό μου το λένε. Βλακείες! (…)

(…) Ο Κάρολος όλο ξύλο παίζει και λερώνει τα καθαρά του ρούχα. Πολύ καθαρά είναι. Κοιτάω να δω πού έχουν μπάλωμα και δεν βλέπω. Ούτε στον ποπό ούτε στην τσέπη ούτε στα γόνατα. Γιατί ο Κάρολος φοράει μακριά παντελόνια, σα μεγάλος. Εμείς φοράμε κοντά. Εκείνος πού και πού φοράει κοντά. Αλλά ωραία είναι και αυτά, όχι σαν τα δικά μας. Τα ρούχα του Κάρολου είναι πολύ πολύ πολύ σιδερωμένα. Αλλά το πρωί μόνο είναι καθαρά και σιδερωμένα. Το μεσημέρι τα έχει κάνει με χώματα. Και με αίματα τα γεμίζει. Γιατί παλεύει ο Κάρολος. Τον Κάρολο τον πειράζουν και παλεύει. Του λένε και για την αδερφή του, τη Μαρκέλλα. «Ρε, πες της να την πιάσω γκόμενα», του φωνάζουν τα μεγάλα παιδιά, της Έκτης. «Πιάσε μου το αρχίδι καλύτερα», λέει ο Κάρολος και τους φτύνει. Να κάτι ροχάλες, τάλιρα είναι. Μεγάλα που είναι τα τάλιρα,  τα λεφτά τα τάλιρα εννοώ! Στα κάλαντα όταν καμιάαααααα φορά μου δίνουν τάλιρο το νιώθω μέσα στη φουχτίτσα μου. Πω πω μεγάλο που είναι! Και μετά, όταν βγαίνω από το σπίτι που είπα τα κάλαντα, το κοιτάω. Το κοιτάω και δεν το χορταίνω. Έχει ένα καραφλό κεφάλι από τη μια μεριά. Του βασιλιά το κεφάλι είναι. Του Παύλου. «Του βασιλιά μας», που λέει και η κυρά Μαρίτσα. Αυτή που δεν χωνεύει τον κυρ Μανώλη τον Κουκουέ και όλους τους Κουκουέδες. «Φονιάδες» τους λέει. Και στριγκλίζει.
Κάτι παθαίνει η κυρά Μαρίτσα όταν λέει «Κουκουές». Γεροντοκόρη είναι η κυρά Μαρίτσα. «Η καημένη έχασε τον αρραβωνιαστικό της στον εμφύλιο». Έτσι έχω ακούσει να λένε. Δεν θυμάμαι ποιος το είπε. Μπορεί η μαμά να το έχει πει. Μπορεί και η κυρά Κική. Μάλλον το είπε η θεία Ποθητή που τους κάνει ξεπατικωσούρα όλους (…)


** Είναι ένα απόσπασμα από τις Ιστορίες μπομπινοφώνου (ιστορίες στο συρτάρι) που ειπώθηκαν από ένα παιδί τού Δημοτικού, με όσες εκφραστικές δυνατότητες είχε, στο μικρόφωνο ενός ξεχασμένου μπομπιμπφώνου, κρυφά από τη γιαγιά που έβλεπε το περίεργο μηχάνημα σαν «όργανο του διαβόλου». Η αφήγηση έχει αλληλουχία. Μια λέξη σε μια ιστορία μπορεί να οδηγήσει σε μιαν άλλην. Σαν να τραβάς ένα ζευγάρι μπλεγμένα κλεράσια και αυτό φέρνει μαζί του και άλλα. Η γιαγιά καταχώνιασε τις μπομπίνες σε τριπλομυστικά μέρη της μονοκατοικίας. Και αυτές ανακαλύφθηκαν πριν μερικά χρόνια, σε ένα βράδυ που το φωτεινό φεγγάρι βρισκόταν στη ζώνη της μαγείας. 

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ