Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019

Ιστορίες μπομπινοφώνου (6)

(...) Ο Παντελής ο Τσιβόγιαννος είναι άγριος. Κακός μαθητής και άγριος. «Αλήτρα» τον λένε όταν δεν τους ακούει! Όλοι τον φοβόμαστε. Όλοι. Γιατί είναι αρχηγός της συμμορίας ο Παντελής. Ψηλός σαν άντρας είναι. Γιατί είναι άντρας. Όλα στην ίδια τάξη μένει. «Κάθε τάξη δυο χρονιές. Θα βγάλει πρώτα το στρατιωτικό και μετά το Δημοτικό», λένε οι μεγάλοι. Και έχει χοντρά χέρια ο Παντελής ο Τσιβόγιαννος. Με βρώμικα
νύχια είναι τα χέρια του. Βρώμικα είναι και τα παπούτσια του τα πάνινα με τη λαστιχένια σόλα. Βρώμικα και σκισμένα. Βρωμάνε πολύ οι ελβιέλες του.

» Στην τάξη του μια φορά – που είναι πιο μεγάλη τάξη από εμένα, ουουουου πολύ πιο μεγάλη – έβγαλε τα παπούτσια του και κουνούσε τα πόδια του και έκανε πλάκα. Επειδή όλοι άρχισαν να κρατάνε τη μύτη τους έκανε πλάκα. Και ο δάσκαλος πήγε να την κρατήσει, αλλά δεν την κράτησε. Έκανε ότι δεν κατάλαβε. Άνοιξε μόνο το παράθυρο. Δεν του μιλάει του Τσιβόγιαννου κανείς. Ούτε ο δάσκαλος. Τον φοβάται και ο δάσκαλος, φαίνεται. Και ο Τσιβόγιαννος γελάει με το σπασμένο του δόντι. Όλη την ώρα βάζει τη γλώσσα πάνω στο σπασμένο δόντι. Σφιχτά τη βάζει και εκείνη κοκκινίζει, άσκημη γίνεται και άγρια. Λένε πως το είχε σπάσει μόνος του το δόντι για να είναι πιο άγριος. Λένε, δεν ξέρω. Ούτε ξέρω αν είναι αλήθεια ότι έχει σουγιά. Στην τσέπη τον έχει και όλο τον χαϊδεύει απέξω. Έτσι λένε, αλλά εγώ δεν έχω δει τον σουγιά.

» Στο σχολείο ο Τσιβόγιαννος και η συμμορία παίζουν μόνοι τους. Άσκημα παίζουν. Βάζουν τρικλοποδιές ο ένας στον άλλον και πέφτουν. Όλο αίματα είναι τα γόνατά τους. Ξερά αίματα και από πάνω από τα ξερά βγαίνουν άλλα αίματα. Όλο αίματα και κακάδια είναι τα πόδια τους. Και μετά πάνε και βάζουν τρικλοποδιές στα άλλα παιδιά. Και μετά τα πιάνουν από το λαιμό, από το σβέρκο τα πιάνουν. Σφίγγουν με το ένα χέρι το σβέρκο – κεφαλοκλείδωμα λέγεται αυτό. Σφίγγουν μέχρι να τους πει ο άλλος «ήμαρτον». Ή «ήμαρτον ρε, πονάω». Μανουλίτσα μου πρέπει να πονάνε. Πολύ να πονάνε. Έτσι μου φαίνεται. Γιατί τα παιδιά πέφτουν κάτω και κλαίνε. Χάλια είναι. Χάλια. Και τα λυπάμαι. Κλαίνε και λένε «θα πάω να το πω στο δάσκαλο ρε, θα δεις. Θα δεις τι έχει να σου κάνει ο δάσκαλος». Και ο Τσιβόγιαννος τους δείχνει το πουλί του. Με τα δυο του χέρια τούς το δείχνει και τεντώνεται στα δυο του πόδια για να φαίνεται πιο ψηλός. Κατεβάζει από ψηλά τα χέρια του και τους το δείχνει. «Να και αν πας, να και αν δεν πας», τους λέει και εκείνοι, να, δεν πάνε (...)

** Είναι ένα απόσπασμα από τις Ιστορίες μπομπινοφώνου (ιστορίες στο συρτάρι) που ειπώθηκαν από ένα παιδί τού Δημοτικού, με όσες εκφραστικές δυνατότητες είχε, στο μικρόφωνο ενός ξεχασμένου μπομπιμπφώνου, κρυφά από τη γιαγιά που έβλεπε το περίεργο μηχάνημα σαν «όργανο του διαβόλου». Η ίδια η γιαγιά καταχώνιασε τις μπομπίνες σε τριπλομυστικά μέρη της μονοκατοικίας. Και αυτές ανακαλύφθηκαν πριν μερικά χρόνια, σε ένα βράδυ που το φωτεινό φεγγάρι βρισκόταν στη ζώνη της μαγείας. 

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ