Τρίτη, 5 Μαρτίου 2019

Ιστορίες μπομπινοφώνου (5)

(...) «Έλα να χορέψουμε», μου είπε η Μαρκέλλα και με έπιασε από το χέρι. Σα να ψήλωσα τότε, σα να έγινα αεροπόρος – ξέρω και εγώ; – σα να έγινα άγγελος νομίζω. Δεν ήξερα αν ήθελα να χορέψω. Δηλαδή ήξερα αλλά δεν είχα πόδια, φτερά είχα αλλά και αυτά ήταν κολλημένα. Μπορεί και κομμένα. Σαν τις μύγες που τις πιάνουμε και τις κόβουμε τα φτερά. Πλάκα έχει (...)

(...) Προχτές, που ήμασταν όλα τα παιδιά στη μάντρα και κόντευε να σκοτεινιάσει, ήρθε και η Έρση στην παρέα γιατί σας είπα, αυτή δεν ντρέπεται να κάνει παρέα με αγόρια. Και ας είναι κορίτσι. Κορίτσαρας, δηλαδή. Ούτε της
φωνάζει η γιαγιά της όταν σκοτεινιάζει να πάει στο σπίτι όπως κάνουν με άλλα παιδιά. Την είδα την ΄Ερση, που μοσχοβολούσε ολόκληρη, όπως πάντα δηλαδή μοσχοβολούσε, και έκανε φρου φρου η καρδιά μου. Πήγα κοντά της, δήθεν χωρίς να το σκεφτώ, αλλά το είχα σκεφτεί, πολύ καλά το είχα σκεφτεί, και ανάσαινα το Ομόρ και το σαπούνι Ερμής που μύριζαν τα μαλλιά της και το δέρμα της. Σα να ζαλίστηκα από τη μυρωδιά, αλλά δεν ήταν μόνο η μυρωδιά των σαπουνιών. Ούτε και η τσιχλόφουσκα μπαζούκας που μύριζε το στόμα της ήταν. Άλλο με έκανε να ζαλίζομαι (...)

** Αποσπάσματα από τις Ιστορίες μπομπινοφώνου (ιστορίες στο συρτάρι). Ένα ξεχασμένο, και κάποτε χαμένο, παμπάλαιο, τέιπ μαγνητοφώνου, με αφηγήσεις ενός παιδιού Δημοτικού που επιχειρούν να ζωντανέψουν μια εποχή περιγράφοντας τις μικρές λεπτομέρειές της.