Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Ιστορίες μπομπινοφώνου (12)

(...) Μου αρέσει ο θείος Πάτροκλος. Πώς να το πω... Μου αρέσει. Είναι όλος χαρά. Καλαμπουρτζής, που λέει και ο μπαμπάς. Και είναι και σπουδαίος ο θείος Πάτροκλος, έτσι μου φαίνεται, αλλά ο πατέρας κάτι άλλο λέει γι’ αυτόν. «Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης», λέει. Ο θείος Πάτροκλος δεν ξέρω τι δουλειά κάνει. Διάφορες δουλειές πρέπει να κάνει. Σπουδαίες θα είναι. «Έχω ραντεβού με τον εισαγωγέα, πολύ με γουστάρει, θα την κάνουμε την καλή, Αυγέρη», λέει στον πατέρα. Και εκείνος κουνάει το κεφάλι. Πέρσι ο θείος Πάτροκλος άνοιξε ένα μαγαζί. «Σου
περισσεύει κάνα φράγκο να το φτιάξουμε μισό μισό;» είχε ρωτήσει τον πατέρα, αλλά εκείνος γέλασε. Πικρά γέλασε. Σαν γέλιο και κλάμα μαζί, αλλά δεν έκλαιγε. «Τι λες βρε Πάτροκλε, τι να περισσεύει, μεροδούλι μεροφάι είμαστε». Ο θείος άνοιξε μαγαζί με κατσαρόλες, τηγάνια -ξέρω κι εγώ, τέτοια. Αλλά πιο πολύ με ανεμιστήρες που πήρε από τον κύριο εισαγωγέα. Ουουουου πολλοί ανεμιστήρες. Χιλιάδες! Εκατομμύρια! Πήγαμε και στα εγκαίνια. Τους είχε όλους αναμμένους και γυρίζανε γύρω γύρω. Πω πω αέρηδες που είχε εκεί μέσα. «Σιβηρία το έκανες Πάτροκλε, όλα τα λεφτά στο ρεύμα θα τα δώσεις», του είπε ο πατέρας. Και ο θείος Πάτροκλος του είπε «αχ βρε Αυγέρη πάντα συντηρητικός, γυμνός γεννήθηκες ξεβράκωτος θα πεθάνεις». Κατάπιε το σάλιο του ο μπαμπάς. Έτσι μου φάνηκε. Σαν να πέρασε από το λαιμό του μια μπουκιά που την είχε κρυμμένη από το μεσημέρι στο στόμα. Και κοίταξε τη μαμά που κοίταξε αλλού. «Όμορφα είναι όλα Πάτροκλέ μου», του είπε η μητέρα και τον φίλησε. «Καλές δουλειές, καλορίζικο, άντε και με το καλό να γίνεις Ράδιο Αθήναι», του εύχονταν όλοι. «Όλα θα γίνουν. Έχει να κάνει ζέστες φέτος, θα καεί ο κόσμος. Όλοι θα τρέχετε για ανεμιστήρα. Τέρμα οι βεντάλιες! Πετάξτε τις βεντάλιες!» έλεγε στα αστεία, αλλά και στα σοβαρά το έλεγε. ο θείος στον κόσμο που είχε έρθει στα εγκαίνια. Και μετά ο κόσμος πήγε στο τραπεζάκι με τους μεζέδες. Οι αδερφές του τους είχαν φτιάξει. Κεφτεδάκια, τυροπιτάκια, τηγανιτές σπανακόπιτες, ψητές σπανακόπιτες, φέτα, κασέρι, σαλάμι αέρος. Απ’ όλαμ (...)

(...) Άκουσα ότι δεν πήγαν καλά οι ανεμιστήρες του θείου Πάτροκλου. Η μαμά τον είπε άτυχο. Ότι περίμεναν ζέστες εκείνο το καλοκαίρι και όλο δροσιές είχε. «Ακόμα και βροχές, τόσες βροχές καλοκαιριάτικα όσο ποτέ», είπε η μαμά. Το ίδιο έλεγε και ο θείος Πάτροκλος. «Μόνο χιόνι που δεν έριξε», είπε. «Γκαντέμης είμαι. Εγώ αν αρχίσω να πουλάω καπέλα ο κόσμος θα γεννιέται χωρίς κεφάλια», έλεγε και γελούσε. Πάντα γελάει ο θείος Πάτροκλος, γιατί είναι καλαμπουρτζής.

** Είναι ένα απόσπασμα από τις Ιστορίες μπομπινοφώνου (ιστορίες στο συρτάρι) που ειπώθηκαν από ένα παιδί τού Δημοτικού (και αργότερα του Γυμνασίου), με όσες εκφραστικές δυνατότητες είχε, στο μικρόφωνο ενός ξεχασμένου μπομπιμπφώνου, κρυφά από τη γιαγιά που έβλεπε το περίεργο μηχάνημα σαν «όργανο του διαβόλου». Η αφήγηση έχει αλληλουχία. Μια λέξη σε μια ιστορία μπορεί να οδηγήσει σε μιαν άλλην. Σαν να τραβάς ένα ζευγάρι μπλεγμένα κλεράσια και αυτό φέρνει μαζί του και άλλα. Η γιαγιά καταχώνιασε τις μπομπίνες σε τριπλομυστικά μέρη της μονοκατοικίας. Και αυτές ανακαλύφθηκαν πριν μερικά χρόνια, σε ένα βράδυ που το φωτεινό φεγγάρι βρισκόταν στη ζώνη της μαγείας. 

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ