Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

Ιστορίες μπομπινοφώνου (11)

  ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
(...) Η Έρση δεν νοιάζεται που τη λένε αγοροκόριτσο. Και με αγόρια και με κορίτσια παίζει στο κάτω κάτω. Πριν λίγες μέρες ο Ζαφείρης έλεγε σε μένα και τον Γιώργο, πως ένα καλοκαίρι όταν ήταν πιο μικροί, και η Έρση είχε έρθει πάλι από την Αμερική για διακοπές, παίζανε τα αντρόγυνο. Και εκείνη του έλεγε «δε θα με φιλήσεις άντρα μου τώρα που φεύγεις για τη δουλειά;» Αλλά ο άντρας της, ο Ζαφείρης δηλαδή, της έλεγε «δε με παρατάς ρε γυναίκα, κοίτα να φτιάξεις κάνα φαγητό»,
και έφευγε δήθεν για τη δουλειά και αμέσως ξαναγύριζε, σαν να ήταν βράδυ και είχε σχολάσει. Της έφερνε φύλλα από το πλατάνι τής αμπολής, σαν να ήταν λεφτά δήθεν που του τα είχε δώσει το αφεντικό του. «Να, πάρε αυτά για να φτιάξεις μαρίδες μαρινάτες», της έλεγε και εκείνη του ξαναζητούσε φιλί αλλά δεν της το έδινε. «Μαλάκας είσαι ρε, τσουτσούνι ήθελε το κορίτσι», του φώναξε ο Γιώργος. «Τι τρόμπας είσαι ρε, τι μεγάλος τρόμπας», του είπε και εγώ τσαντίστηκα. Όχι με τον Γιώργο, με τον Ζαφείρη τσαντίστηκα που όλο στο φαγητό το έχει το μυαλό του. Ο Ζαφείρης είναι παχύς, όχι πολύ χοντρός αλλά χοντρουλός, γεροδεμένος δηλαδή γι’ αυτό έχει παρατσούκλι Μπόμπας. Ο Ζαφείρης ο Μπόμπας όλο το παιχνίδι και το φαγητό έχει στο νου του (...)

(...) Τώρα τελευταία όλο από τη γειτονιά τού Ζαφείρη περνάω, που είναι λίγο πιο κάτω από τη δικιά μας, μπας και πετύχω την Έρση. Προχτές την πέτυχα μαζί με τον Ζαφείρη. Κάθονταν σε ένα πεζούλι και συζητούσαν. Ντράπηκα λίγο αλλά πήγα κοντά και η Έρση μού μίλησε πρώτη, γιατί εκείνη δεν ντρέπεται, έχει θάρρος. Ό,τι σκέφτεται το λέει, δεν το κρύβει. Και μου είπε πως της άρεσε το μαλλί μου που του είχα βάλει λεμόνι και στεκόταν σφιχτά. «Εμένα μου αρέσει το μαλλί να πηγαίνει προς τα πάνω, σα τους άντρες παλιά στο σινεμά», μου είπε.

(...) Εκείνη έχει ακούσει τη μάνα της και τον πατέρα της να μιλάνε για το Καζαμπλάνκα και για τα φιλιά που έδινε ο Ρικ – ο Μπόκαρτ δηλαδή που έπαιζε τον Ρικ. Αλλά το πιο ωραίο από τα ωραία φιλιά του σινεμά το έχει δώσει ο Μπαρτ Λάνκαστερ σε κάποια Ντέμπορα, έτσι σκέτα Ντέμπορα το είπε η Έρση, γιατί το άλλο δεν το θυμόταν. Και αυτά από τη μάνα της και τον πατέρα της τα έχει ακούσει, αλλά τόσο πολύ της άρεσαν που είναι σαν να τα έχει δει με τα μάτια της. «Στην άκρη τής θάλασσας πάνω στην άμμο τη φίλησε και όλος ο κόσμος μιλούσε  γι’ αυτό το φιλί», είπε η Έρση και πήγα να κοκκινίσω αλλά δεν κοκκίνισα, κρατήθηκα. Πώς είναι που σκοντάφτεις, πάς να πέσεις, αλλά στέκεσαι; Έτσι ήταν και με μένα. Στάθηκα και δεν κοκκίνισα. «Εγώ δεν είμαι μάπας σαν το Ζαφείρη», σκέφτηκα και δεν έπεσα.

» Αλλά η Έρση συνέχισε να μιλάει για το φιλί του Λάνκαστερ και της Ντέμπορα στην παραλία, με το κύμα να τους βρέχει τα πόδια και εκείνος να τη φιλάει, ώρες ολόκληρες  να τη φιλάει, «έτσι έμοιαζε σαν να ήταν ώρες, το πιο μεγάλο φιλί», μου είπε η Έρση και με κοιτούσε. Νομίζω πως με κοιτούσε βαθιά στα μάτια, μέχρι το στήθος μου κατέβαινε η ματιά της και το έκανε να καίγεται σαν το προσάναμμα στην σόμπα. «Θέλω μια φορά να δοκιμάσω ένα φιλί με ένα ρολόι, να κρατάω ώρα πόσο θα διαρκέσει και να δω γιατί δεν σκάνε που κρατάνε τόσο πολύ την αναπνοή τους», μου είπε η Έρση. «Γιατί άμα φιλάει ο άνθρωπος δεν ανασαίνει. Σαν να κάνει μακροβούτι δηλαδή, ακριβώς το ίδιο. Εκτός και αν ανασαίνει ο ένας από τον αέρα που υπάρχει το στήθος του άλλου. Έτσι θα γίνεται, δεν μπορεί αλλιώς». Μου είπε πως θα είναι ωραία που αναπνέουν οι ερωτευμένοι με το στόμα των αγαπημένων τους, αλλά πόσο μπορούν να αναπνέουν έτσι χωρίς να αναπνέουν κανονικά; «Γι’ αυτό θέλω να κοιτάξω το ρολόι όταν αρχίσει το φιλί και να το ξανακοιτάξω όταν τελειώσει», είπε η Έρση και η ματιά της πήγε ακόμα πιο βαθιά, μέχρι το στομάχι μου έφτασε. «Στη…, στη θάλασσα θέλεις το φιλί;» τη ρώτησα και το μυαλό μου πήγε στη Λούτσα. Εκεί ήταν ο Λάνκαστερ και η Ντέμπορα και την έπνιγε με ένα φιλί μεγάλο σα μακροβούτι. Στην άμμο της Λούτσας μαζί με την Έρση με πήγε στο πι και φι η φαντασία μου. Νόμιζα ότι τραύλιζα, πως δεν μιλούσα καλά όταν της είπα για τη θάλασσα. Και αν δεν τραύλιζα σίγουρα η καρδιά  μου είχε μεγαλώσει και χτυπούσε σαν καμπάνα. «Δε με νοιάζει, μόνο να δω πώς είναι ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο φιλί, αυτό θέλω», είπε και ο Ζαφείρης που κοιτούσε σα χαζούλης πετάχτηκε ξαφνικά όλο χαρά. «Να πάω να φέρω το ξυπνητήρι μας να το μετρήσουμε;» ρώτησε και αμέσως έφυγε τρέχοντας. Και εγώ τρελάθηκα από τη χαρά μου, αλλά δεν μιλούσα, έτρεμα και προσπαθούσα να μη το δείχνω. Αλλά η Έρση δεν έτρεμε. Μασούσε την τσιχλόφουσκά της και έλεγε, έλεγε, ένα σωρό πράγματα έλεγε. Μιλούσε σαν αεράκι και το βυζάκι της πήγαινε πάνω κάτι όπως κουνούσε τα χέρια της. Για το σινεμά που της αρέσει έλεγε και για την Αμερική που έμενε τον χειμώνα και έχει δει ένα σωρό έργα. Και Χοντρό Λιγνό έχει δει και Σαρλό και Μπάστερ Κίτον, αλλά δεν έχει δει τον Μπαρτ Λάνκαστερ με την Ντέμπορα. Μόνο έχει ακούσει για το φιλί που κρατούσε ένα αιώνα.

» Και εγώ σκεφτόμουν πως μόλις έρθει το ρολόι έναν αιώνα ολόκληρο θα τη φιλάω, μπορεί και δυο αιώνες άμα της αρέσει, και τρεις ακόμα. Θα ήμουνα ένας μικρός Λάνκαστερ, πιτσιρικάς αλλά με το καλύτερο φιλί, το πιο μακρύ φιλί. Θα τη φιλούσα και θα μύριζε το στόμα μου τσιχλόφουσκα από το δικό της στόμα. Θα βαριόταν να κοιτάει το ρολόι ο Ζαφείρης. Μια ώρα, δυο ώρες, και η Έρση θα έλιωνε στην αγκαλιά μου. Ένιωθα το σώμα μου σαν μπόμπα, σαν σόμπα που μπουμπούνιαζε καλύτερα. Χιλιάδες κούτσουρα ελιάς έκαιγαν μέσα μου, χαμός γινόταν, αλλά ξαφνικά άκουσα τη φωνή του Ζαφείρη σαν σφυρί στο κεφάλι. Μάλλον θα πω άλλη παρομοίωση που θα άρεσε στην κύριο Ιάσονα, του δάσκαλου, σίγουρα θα του άρεσε. Σαν ένα βαρέλι νερό που το άδειαζαν πάνω στη σόμπα έμοιαζε η φωνή του. «Ρε σεις, πάω για μπάλα, με φώναξαν για μπάλα, δεν προλαβαίνω να φέρω το ρολόι», είπε και έφυγε. Και εγώ ήθελα να έχω ένα περίστροφο του σινεμά για να πυροβολήσω στην κατσαρόλα που έχει για κεφάλι ο μπουνταλάς ο Ζαφείρης. Ας είχε χάρη που τον αγαπάω όμως, τον μαλάκα. Τον χοντρομαλάκα να το πω καλύτερα (...)

** Είναι ένα απόσπασμα από τις Ιστορίες μπομπινοφώνου (ιστορίες στο συρτάρι) που ειπώθηκαν από ένα παιδί τού Δημοτικού (και αργότερα του Γυμνασίου), με όσες εκφραστικές δυνατότητες είχε, στο μικρόφωνο ενός ξεχασμένου μπομπιμπφώνου, κρυφά από τη γιαγιά που έβλεπε το περίεργο μηχάνημα σαν «όργανο του διαβόλου». Η αφήγηση έχει αλληλουχία. Μια λέξη σε μια ιστορία μπορεί να οδηγήσει σε μιαν άλλην. Σαν να τραβάς ένα ζευγάρι μπλεγμένα κλεράσια και αυτό φέρνει μαζί του και άλλα. Η γιαγιά καταχώνιασε τις μπομπίνες σε τριπλομυστικά μέρη της μονοκατοικίας. Και αυτές ανακαλύφθηκαν πριν μερικά χρόνια, σε ένα βράδυ που το φωτεινό φεγγάρι βρισκόταν στη ζώνη της μαγείας. 

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ