Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019

Ιστορίες μπομπινοφώνου (10)

(...) Όλοι τον φοβούνται τον τζόρα τον χωροφύλακα. Γιατί πρέπει να τρώει αίμα ο χωροφύλακας. «Έχουν φάει αυτοί κουμμουνιστές, ουουου», έχω ακούσει να λέει τον κυρ Μανώλη. Ο κυρ Μανώλης είναι Κουκουές. Δεν τη λέω δυνατά αυτή τη λέξη. «Είναι Κουκουές χωρίς μυαλό», λέει ο θείος Πάτροκλος, αλλά το λέει σιγά σιγά. Πολύ σιγά το λέει. Όσο σιγά λέω το μάθημα στη δασκάλα (...)
(...) Το βράδυ ο πατέρας δεν άργησε πολύ από τη δουλειά. Άργησε δηλαδή λίγο γιατί η μάνα τού είπε «τρεχάτε να προλάβετε μην κλείσει ο κουρέας και σας αφήσει απέξω και έχει γίνει σαν παπάς το παιδί». Δεν μας άφησε απέξω ο κυρ Κώστας που νομίζω είναι φίλος του κυρ
Μανώλη. Πολύ φίλος όμως. Πολύ, πολύ!  Ανοικτά ήταν. «Καθίστε, έχω δυο κεφάλια, ένα σβέρκο και δυο ξυρίσματα», είπε στον πατέρα και τράβηξε την κουρτίνα. Νομίζω πως κλείδωσε κιόλας. «Οχτώμισι πήγε, κάτσε να κλείσω μην έρθει ο τζόρας και με γράψει... δια παραβίασιν ωραρίου», είπε. «Όλη την ώρα με κυνηγάει ο Αντωνάρας, ο άθλιος. Όρκο έχει κάνει να με κυνηγάει!»  Έτσι είπε ο κυρ Κώστας. Αντωνάρα, είπε τον χωροφύλακα, το κατάλαβα. Αντωνάρας! Σαν να 'ταν ψηλός. Σαν να 'ταν γίγαντας. Και ο πατέρας είπε στον κυρ Κώστα «κούρεμα στον μικρό και ένα καθάρισμα σβέρκου σε εμένα». Έτσι κάνει ο πατέρας. Ένα Σάββατο κουρεύει το κεφάλι και άλλο Σάββατο κουρεύει το σβέρκο (...)

(...) Ο κυρ Κώστας κούρεψε τους σβέρκους, κούρεψε τα κεφάλια, κούρεψε εμένα και το μπαμπά και φύγαμε και βγήκε μαζί μας ένα βήμα ο κυρ Κώψστας. Δηλαδή δεν φύγαμε. Πήγαμε να φύγουμε και απέξω ήταν ο χωροφύλακας. Με το μουστάκι ήταν. Χοντρό μουστάκι και χοντρά φρύδια. «Καλώς τον κυρ Αντώνη», είπε ο μπαμπάς. Μανουλίτσα μου πόσο σιγανά το είπε. Πολύ σιγανά. «Καλώς τον κυρ Αντώνη». Δεν τον άκουσε ο κυρ Αντώνης. Γιατί το είπε πολύυυυυ σιγανά και έτρεμε η φωνή του. «Εσύ Κώστα δεν βάζεις μυαλό» είπε ο χωροφύλακας στον κυρ Κώστα τον κουρέα. Άγρια το είπε και μου φάνηκε ότι έσταξε αίμα από το μουστάκι του. Από την άκρη έσταξε και τότε τράβηξε από την κωλότσεπη ένα τετραδιάκι. Σαν όπλο το τράβηξε. Όπως οι καουμπόηδες στα καουμπόικα.
«Δέκα η ώρα και ακόμα να κλείσεις. Αλλά δεν βάζεις μυαλό... Ποτέ δεν είχε μυαλό» είπε ο χωροφύλακας. Ο κυρ Κώστας τον άκουγε. Τον άκουγε; Σαν πεθαμένος ήταν. Όρθιος αλλά σαν πεθαμένος. Γιατί ήταν άσπρος. Όχι μόνο η μπλούζα του ήταν άσπρη, όλος ήταν άσπρος. Και δεν του έφυγε το άσπρο ούτε όταν πήρε το χαρτί από το τετραδιάκι τού χωροφύλακα. Ούτε όταν έφυγε ο χωροφύλακας έγινε πάλι καλά το πρόσωπό του. «Ο μπινές, μου έχει πιει το αίμα, ο μπινές», είπε και μπήκε στο κουρείο. Αργά μπήκε. Πολύ αργά. Σα γέρος περπατούσε, που δεν ήταν γέρος δηλαδή. «Πάμε, πάμε να φύγουμε», είπε πάλι σιγανά ο πατέρας και με έπιασε από το χέρι, αλλά δεν πρόλαβα να κλείσω τα δάχτυλα. «Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε. Έτσι ρώτησε, αφηρημένα και δεν άκουγε τι του έλεγα. Που τίποτα δεν του έλεγα δηλαδή αλλά και να του έλεγα πάλι δεν θα άκουγε. Δεν θα του έλεγα δηλαδή ότι μούτζωνα. Όπως μου 'χε δείξει ο Κάρολος μούτζωνα... Λίγο, πολύ λίγο είχα ανοιγμένα τα δάχτυλα. Στο σκοτάδι το έκανα. Είχα απλωμένο το χέρι εκεί που είχε φύγει ο χωροφύλακας και το έκανα. Κρυφά όμως. Να μη  το δει κανείς (...)

** Είναι ένα απόσπασμα από τις Ιστορίες μπομπινοφώνου (ιστορίες στο συρτάρι) που ειπώθηκαν από ένα παιδί τού Δημοτικού (και αργότερα του Γυμνασίου), με όσες εκφραστικές δυνατότητες είχε, στο μικρόφωνο ενός ξεχασμένου μπομπιμπφώνου, κρυφά από τη γιαγιά που έβλεπε το περίεργο μηχάνημα σαν «όργανο του διαβόλου». Η αφήγηση έχει αλληλουχία. Μια λέξη σε μια ιστορία μπορεί να οδηγήσει σε μιαν άλλην. Σαν να τραβάς ένα ζευγάρι μπλεγμένα κλεράσια και αυτό φέρνει μαζί του και άλλα. Η γιαγιά καταχώνιασε τις μπομπίνες σε τριπλομυστικά μέρη της μονοκατοικίας. Και αυτές ανακαλύφθηκαν πριν μερικά χρόνια, σε ένα βράδυ που το φωτεινό φεγγάρι βρισκόταν στη ζώνη της μαγείας. 

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ