Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

Ο παππούς που βάζει κάτω τους μάστερ σεφ και τους μαρκετίστες

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΠΡΟΟΠΤΗ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΓΑΣΤΡΙΜΑΡΓΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΊΝΗΣΗ-ΜΑΤ ΣΤΟ ΕΜΠΕΙΡΚΟ ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ 

Σε αυτή εδώ την παραθαλάσσια περιοχή μένω πλέον κοντά στα τέσσερα χρόνια. Έχω μάθει από μαγαζιά και την τελευταία τρύπα που λένε, είτε είναι καφετέριες και
μπαράκια, είτε τσιπουράδικα, κρεατομεζεδάδικα ή ψαροταβέρνες, με το ψάρι κυριολεκτικά να σπαρταράει πάνω στο κύμα! Εκθέσεις ολόκληρες μπορώ πλέον να γράψω.
Κι όμως, όλα αυτά τα χρόνια, εντελώς συνειδητά δεν έχω πάει ποτέ σε μια συγκεκριμένη τριάδα μαγαζιών… Θες γιατί εγώ προτιμώ πάντα τα «μαγαζιά τρύπες», εκείνα που δεν τα πιάνει το μάτι σου κι αυτά τα τρία στη σειρά μου θυμίζουν λίγο εκείνες τις κλασικές (ωχ θεέ μου!) κοσμικές ψαροταβέρνες του καλοκαιριού… Θες γιατί βρίσκονται ακριβώς δίπλα στην μεγάλη παραλία που τα καλοκαίρια κάνει μπάνιο η μισή Αττική, οπότε ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω… Θες γιατί σε αργίες και Σαββατοκύριακα τιγκάρουν από κόσμο που έρχεται από την Αθήνα, όχι γιατί τα γνωρίζουν ως μαγαζιά, αλλά γιατί αυτά φιγουράρουν πρώτα στην μόστρα, «μοστράροντας» τον αιγιαλό που έχουν καταπατήσει... Αυτά βλέπει πρώτη μούρη ο άλλος που έρχεται και δεν ξέρει, σε αυτά επιλέγει να κάτσει και ό,τι φάει... Και τελικά τρώει ό,τι μαλακία του πασάρουν μαζί με εκατοντάδες κόσμο τριγύρω του, κοινώς μέσα στην τρελή βαβούρα, και πληρώνει σαν κορόιδο τον κούκο αηδόνι, γιατί τα τραπέζια «βλέπουν» θάλασσα! Και από σέρβις... Παραγγέλνεις τώρα και σου έρχονται σε μία ώρα! Τα ξέρω και τα ξέρετε! Και στο τέλος το κεφάλι καζάνι από την φασαρία της πολυκοσμίας και από το παιδομάνι που αλωνίζει πέρα δώθε! Όχι θάλασσα δεν απολαμβάνεις, ούτε το οξυγόνο, μέσα σε όλο αυτόν τον κακό χαμό! Οπότε τέσσερα χρόνια τώρα, ούτε απ’ έξω να περάσω!

Να όμως που σήμερα, γυρίζοντας στο σπίτι, τράβηξε η όρεξή μου ένα τσιπουράκι με ψαρομεζέ! Έτσι ξαφνικά και από το πουθενά! Κάτι η υπέροχη λιακάδα μετά τον χιονιά, κάτι η ησυχία της καθημερινής, κάτι η γαλήνη της θάλασσας, και ξαφνικά το έκανα τρελό κέφι. Κι επειδή κόσμος δεν υπήρχε, άδεια τα πάντα, λέω… δεν γαμιέται, ας πάω σε ένα από αυτά τα μαγαζιά της μόστρας, που δεν έχω πάει ποτέ!

Από τα τρία, το ένα, το πιο «διάσημο», ήταν κλειστό, το άλλο είχε εκείνη την απαίσια πλαστική ζελατίνα αντί για τζάμι, οπότε απορρίφθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη κι έτσι επέλεξα το τρίτο, το γωνιακό που το έβλεπε και ο ήλιος. Ησυχία, η θάλασσα ήρεμη σαν το λάδι και σε όλο το μαγαζί μόνο μια οικογένεια, που εκμεταλλεύθηκε το ότι τα σχολεία ήταν κλειστά και απολάμβαναν το ψαράκι τους. Μπαίνω και πάω προς την κουζίνα...
- Από μικρό ψάρι, έχεις κάτι; ρωτάω. 
- Έχω μαριδάκι, μου λέει!
- Έχεις και τυροκαυτερή;
- Αμ πώς, λες να μην έχω; Και δική μας, εμείς την φτιάχνουμε. 
- Ωραία, πιάσε και μια πατάτες τηγανιτές και από τσίπουρο τι υπάρχει;
- Άκου… Εμείς σερβίρουμε του εμπορίου, Δεκαράκι και Τσιλιλή, αλλά επειδή σε έχω δει ότι είσαι εδώ της περιοχής (πού με έχει δει ο αφιλότιμος;.. Χωριό κανονικό, δεν τους ξεφεύγει τίποτα!), θα σου δώσω από το χύμα, που φτιάχνει ένας μάστορας στα Μεσόγεια και το παίρνουμε εμείς ως οικογένεια για το σπίτι! Θα δεις, θα σου αρέσει, είναι γνήσιο τσίπουρο, καθαρό πράγμα!
Κοίτα να δεις, σκέφτομαι, που θα με κερδίσει ο τύπος...
- Εσύ είσαι ο «Πάρης» που έχει το όνομα στο μαγαζί; τον ρωτάω.
- Πάρης είμαι κι εγώ, αλλά όχι το όνομα του μαγαζιού, μου απαντάει. Αυτός ο Πάρης είναι ο παππούς μου, που έστησε εδώ την ταβέρνα το 1961.

Πρώτη καταφτάνει η τυροκαυτερή, που έχει κοκκινίσει από την πιπεριά. Την τρως και σου χτυπάει με την μία τον ουρανίσκο στο βάθος. Ανάσταση μιλάμε! Στο καπάκι να και οι πατάτες, που από μακριά έχουν αρχίσει και μοσχοβολάνε. Πατάτες πραγματικές, μπουκιά και συχώριο, που ο κόσμος έχει ξεχάσει την γεύση τους γιατί εθίστηκε στις προτηγανισμένες των ετοιματζίδικων και στις άλλες τις άγευστες, του εμπορίου και των σούπερ μάρκετ! «Μύριζε πατάτα» η πατάτα από μακριά! Και το τσίπουρο… όντως είχε δίκιο ο μπαγάσας! Δεύτερη ανάσταση!

Και κάπου εκεί σκάει μύτη ένας κοτσονάτος λεβεντόγερος με δύο πιάτα στα χέρια. Στο ένα είναι το μαριδάκι μου, το βλέπω… Στο άλλο; 

- Αυτά κέρασμα από εμάς, μου λέει ο παππούς, ο «ορίτζιναλ» Πάρης του μαγαζιού. Είναι φτιαγμένα με μια συνταγή, που την κάνουμε εμείς στην Σαντορίνη. Φάε και μου λες…
Και αφήνει μπροστά μου σαν κέρασμα τρία μπαρμπουνάκια, μέσα σε μια απαλή λαδοσάλτσα ανακατεμένη με κάτι ψιλά χορταράκια, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μην δίνει! Παράδεισος μιλάμε!

Και πείτε μου τώρα εσείς… Πας και ξαναπάς σε αυτό το μαγαζί, ή όχι; Εντάξει, αργίες και Σαββατοκύριακα δεν πας, θα γίνεται του Κουτρούλη ο γάμος, θα έχει έρθει ο κάθε πικραμένος για να φάει ό,τι σαχλαμάρα του σερβίρουν! Αλλά μια καθημερινή πας και ξαναπάς! Με κέρδισαν οι δύο Πάρηδες! Παππούς κι εγγονός!

Και φεύγοντας σκεφτόμουν, πως οι άλλοι σπουδάζουν δύο-τρία χρόνια μάρκετινγκ, πληρώνουν του κόσμου τα λεφτά σε ιδιωτικές σχολές για να μπουν στον «μαγικό κόσμο» και ο παππούς με μια κίνηση, πήρε τα πτυχία τους και τα έκανε κουρελόχαρτα! Το έχει μέσα του μιλάμε το «μάρκετινγκ», τρολάρει όλες τις σχολές μάρκετινγκ του κόσμου! Γιατί τι καλύτερο «μάρκετινγκ» από αυτή την κίνηση που έκανε με τα μπαρμπουνάκια; Να μάνι-μάνι, που εγώ κάθισα τώρα κι έγραψα ένα σεντόνι κατεβατό για το μαγαζί του! Τόσο πολύ το ευχαριστήθηκα!

Και από γεύση τα μπαρμπουνάκια;  Πάρτε όλους αυτούς τους απίθανους «μάστερ σεφ», που σας μοστράρει η τηλεόραση και ρίχτε τους στην χωματερή! Όλους! Για εκεί είναι κι αυτοί και οι ψευτογκουρμεδιές τους! Εφέ και τίποτα άλλο κι ανάθεμα αν τρώγονται οι εφετζίδικες αηδίες που πλασάρουν! Για την πλάκα του τους έχει όλους αυτούς τους «μάστερ σεφ» ο παππούλης, που έστησε το μαγαζί το 1961, μία τρύπα στην αρχή, ένα θηρίο σήμερα! Και που τόσες δεκαετίες μετά, γουστάρει ακόμη να βρίσκεται μέσα στην κουζίνα και να φτιάχνει ο ίδιος το ψαράκι, έτσι… όπως το κάνουν στο νησί του!

** Το Κείμενο του Δημήτρη Βασιλ;oπουλου δημοσιεύτηκε στο fb.