Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Ένας «Βασίλης» που ξεπούλησε, ένας Πιραντέλο με πολύ ελληνικό χρώμα

Το Εθνικό Θέατρο, έστω και αν βάλλεται κατά καιρούς από αυστηρούς κριτές ή από καλούς γνώστες του θεάτρου, που βλέπουν στοιχεία δυσδιάκριτα για (και εμάς) τους κοινούς θεατές, αποτελεί μια διαρκή σταθερά για τη θεατρική τέχνη. Γιατί το Εθνικό ό,τι θέλει το μπορεί. Μπορεί, δηλαδή:
Να κάνει ακριβές παραστάσεις.
Να ανεβάζει κλασικούς.
Να  εμπιστεύεται νέα ρεύματα.
Να παραδίδει τις σκηνές του στο ελαφρύτερο ελληνικό ρεπερτόριο εξασφαλίζοντάς του τις προϋποθέσεις για ποιοτικές δουλειές.
Και, ακόμα, μπορεί να κάνει επιτυχίες που από πολύ νωρίς ακυρώνουν τους ταμίες και κλείνουν τα ταμεία όπως συμβαίνει φέτος με το Ξύπνα  Βασίλη.
Ελληνικά το λένε προπώληση μέχρι και την τελευταία παράσταση τον Φεβρουάριο. Στη διεθνή –και πιο κοινή!– γλώσσα το ονομάζουν απόλυτο σολντ άουτ! 

Και φίλο τον ταμία να έχεις, εισιτήριο δεν βρίσκεις. Με τον διευθυντή του Εθνικού κολλητό, ίσως υπάρχει καμιά καβάντζα για έκτακτες περιπτώσεις. Για κάναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κάναν Τσίπρα, κάναν Μητσοτάκη –αλλά τότε την καβάντζα σε εσένα θα δώσουν; (Προσωπικά επιχείρησα να δω το Ξύπνα Βασίλη πριν από ενάμιση μήνα και από τότε πληροφορήθηκα για το απόλυτο σολντ άουτ).

Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά το πρώτο θεατρικό ανέβασμα του έργου (1965, με Ντίνο Ηλιόπουλο στον βασικό ρόλο), πενήντα μετά τη μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία (1969) και σαράντα μετά τον θάνατο του Δημήτρη Ψαθά (1979), ο συντηρητικός ανθρωπάκος Βασίλης θριαμβεύει πάλι και όσοι πρόλαβαν πρόλαβαν! Επαναλαμβάνεται έτσι αυτό που έγινε πριν από χρόνια με την Γκόλφω που πλημμύρισε το Εθνικό με θεατές και πήρε  παράταση –ή παρατάσεις– αλλά και πάλι πολύς κόσμος έμεινε έξω. Όπως τώρα δηλαδή, έτσι και τότε: όσοι πρόλαβαν, πρόλαβαν!

Απόψε αυτοσχεδιάζουμε

Τις ίδιες περίπου ώρες και μέρες, στην Κεντρική Σκηνή τού Εθνικού πλάι στο λαϊκό Ξύπνα Βασίλη, παίζεται Πιραντέλο με πολύ ελληνικό στοιχείο στο κείμενο και άφθονη Ελλάδα στη μουσική με την τεράστια δουλειά του Χατζιδάκι που γράφτηκε για την παράσταση-σταθμό του '61. 
Δηλαδή για το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε που παίχτηκε στο θέατρο Αθηνών από τον Δημήτρη Μυράτ, σε μια θεατρική δουλειά, όπου το ριντό έχει τραβηχτεί και ο θεατής βλέπει πώς στήνεται μια παράσταση μέσα σε μια άλλη παράσταση, πώς λειτουργεί ο ψυχισμός τού ηθοποιού, πώς  ο σκηνοθέτης και οι άλλοι συντελεστές. Ο Δημήτρης Μαυρίκιος (μετάφραση, διασκευή, σκηνοθεσία) είναι βαθύς γνώστης και μελετητής του Πιραντέλο και κατορθώνει να σκηνοθετήσει μια δύσκολη παράσταση που ταυτόχρονα έχει χιούμορ και δραματικές καταστάσεις και να κινήσει με οιονεί αυτοσχεδιαστικό τρόπο τους ηθοποιούς που ψυχαγωγούν και μαζί ανιχνεύουν τα εσώτερα του θεάτρου, τις παραξενιές και τα «ψώνια» τους, τον αυτοσχεδιασμό τους, τις σχέσεις με τους σκηνοθέτες, τους δεσμούς με τους θεατές, τις μικρότητες των παρασκηνίων.

Πολλές οι δυσκολίες για μια τέτοια δουλειά, όπου ρόλοι, πρόβες, παράσταση και μια άλλη παράσταση μέσα στην παράταση μπερδεύονται σε ένα αξεδιάλυτο κουβάρι. Όπου για παράδειγμα (πρόχειρα επιχειρώ να το μεταφέρω) μια από τις πρωταγωνίστριες πρέπει να υποδυθεί κάποιαν που ταξιδεύει στο Λουτράκι, αλλά μαζί να είναι ο εαυτός της «απέξω» για να παρατηρεί τον θεατρικό ρόλο που παίζει. Και, ας πούμε, πρέπει να γίνεται μια Κυπρία που αντί για το Λουτράκι πάει στη Λεμεσό και, μολονότι οδηγεί, θα πρέπει να είναι στη θέση του συνοδηγού για να παρατηρεί την οδηγό! Εύλογο και το ερώτημά της προς τον σκηνοθέτη: «Η νταλίκα από πού θα μου έρθει;»

Η παράσταση του Εθνικού έχει χατζιδακικό χρώμα, με τα τραγούδια που έγραψε ο μεγάλο μας μουσικός για το ανέβασμα στο Θέατρο Αθηνών το 1961 με τους Μυράτ, Ζουμπουλάκη, Φυτούση κ.ά. Μια παράσταση της οποίας δείγματα λίγων λεπτών έχουν διασωθεί, κάτι σαν μουσειακά ευρήματα, στο κινηματογραφικό Η Αθήνα τη νύχτα (παραγωγής 1962) και τα οποία δίνουν μια πολύ μικρή γεύση εκείνου του πρωτοποριακού ανεβάσματος έργου του Πιραντέλο στην Ελλάδα.

Η τωρινή παράσταση, προφανώς με διαφορετικό τρόπο προσέγγισης, δεν είναι από τις ευκολότερες για το κοινό θεατή. Δεν έχει στρωτή αφήγηση, αρχή, μέση, και τέλος. Μιλάμε για Πιραντέλο, άλλωστε. Και για το θέατρο μέσα στο θέατρο. Όμως έχει πολλή δουλειά πάνω της, όλη υψηλού επιπέδου: σε σκηνοθεσία, υποκριτική, κινηματογραφημένα μέρη (που «παίζουν» πολύ), μουσική και σκηνικά, όπου κάποια στιγμή βλέπουμε μια ολόκληρη κερκίδα με θεατές-κούκλες να εμφανίζεται, γι αυτό λέμε ότι οι δυνατότητες του Εθνικού είναι πολύ μεγάλες.

Και μαζί έχει ένα πλήθος ηθοποιών μεγάλης υποκριτικής γκάμας (τραγούδι, κωμωδία, δράμα) και τεράστιου ηλικιακού φάσματος: από τα επτάχρονο ή οκτάχρονο πιτσιρίκι (από όσα ξέρω τα παιδιά ενός από τους ρόλους είναι δύο ή τρία και εναλλάσσονται σε κάθε παράσταση) έως τον 92χρονο Γιάννη Βαγιατζή, σε μια μεγάλη βραδιά της καριέρας του, παίζοντας απαλλαγμένος από τη γνωστή κινηματογραφική μανιέρα του για εύκολο χιούμορ.

Το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε θα παίζεται στην κεντρική σκηνή του Εθνικού έως τις 24 Φεβρουαρίου, πλάι στον «ψαθακικό  Βασίλη» που γεμίζει με πληρότητα 100% την αίθουσα Νίκος Κούνδουρος. Αυτό, εις πείσμα όσων θέλουν να ακυρώσουν, διαχρονικά και όχι μόνο σήμερα, τη μεγάλη βαρύτητα που έχει η κρατική σκηνή στα πολιτιστική ζωή της χώρας.

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ