Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

«Άσκηση απελπισίας»

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΡΗ ΛΕΜΠΕΣΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΒΑΘΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ, ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΙΡΑΝΤΕΛΟ, ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

Ο Άρης Λεμπεσόπουλος είναι σημαντικός ηθοποιός, μπορεί και σπουδαίος. Δεν είμαι ο κατάλληλος για να κατατάσσω σε συγκεκριμένα ύψη τις καλλιτεχνικές αξίες. Ξέρω μόνο, και το ξέρω καλά, ότι είναι αξίες και τους
αποδίδω τον σεβασμό που τους πρέπει με όποιον τρόπο μπορώ. Σημαντικός, σπουδαίος ή μεγάλος, σημασία έχει ότι το ταλέντο του δεν ακολούθησε την ανοδική πορεία που έδειξε να έχει στην αρχή της καριέρας του ή σε μια φάση της. Ίσως γιατί δεν είναι από αυτούς που πουλάνε εύκολο σταριλίκι. Μπορεί γιατί δεν συμβιβάστηκε με την ιδέα του εμπορικού. Ενδεχομένως γιατί ήταν πολύ επιλεκτικός στο τι παίζει. Πιθανόν γιατί βαθμολογείται πολύ κάτω από τη βάση στις δημόσιες σχέσεις.

Νομίζω ότι η γνωριμία του με το μεγάλο κοινό έγινε –μαζί με την υπέροχη, ταλαντούχο και γλυκύτατη Μαρία Ναυπλιώτου– στο εξαιρετικό τηλεοπτικό Η Αίθουσα του Θρόνου, στα τέλη του περασμένου αιώνα.
Δηλαδή σε εκείνη τη σειρά στην οποία ακόμα και ηθοποιοί που καταξιώθηκαν ως απόλυτα κωμικοί, όπως ο Νίκος Ρίζος, έπαιξαν ρόλους ζωής, και σταρ του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, όπως ο Αλέκος Αλεξανδράκης, έκαναν μία από τις καλύτερες και ποιητικότερες παρουσίες τής καριέρας τους.

Το βράδυ της περασμένης Πέμπτης, και ενώ η έλευση Μέρκελ έκανε αργές και ανυπόφορες τις διαδρομές στους δρόμους της Αθήνας, έπεσα  τυχαία, κάνοντας ραδιοφωνικό ζάπινγκ στο αυτοκίνητο, σε μια ζωντανή συνέντευξη του Άρη Λεμπεσόπουλου στον Αθήνα 9,84. Με ξάφνιασε! Μιλούσε με θλίψη, με απογοήτευση, με μια ανησυχία για το τι θα γίνει, για το πού πάμε και πώς. Υπέθεσα ότι εξωτερίκευε την ψυχική του κατάσταση. Αργότερα κατάλαβα ότι μαζί με αυτήν, όποια και να είναι, μετέφερε στο κοινό του δημοτικού ραδιοφώνου και τα συναισθήματα (πόνου; απογοήτευσης; ψυχικής πληγής;) του ήρωα που ενσάρκωνε –και θα τον ζωντάνευε πάλι εκείνη την ημέρα, δυο-τρεις ώρες αργότερα. Αυτή η συνέντευξη, ο προβληματισμός του, ο τρόπος που μιλούσε, με οδήγησε το ίδιο βράδυ στο θέατρο –όχι σε εκείνο που είχα προγραμματίσει να πάω, αλλά σε αυτό που έπαιζε ο ηθοποιός που είχα ακούσει από το ραδιόφωνο. Σχεδόν άλλαξα διαδρομή για να κατευθυνθώ προς το Γκάζι. Αμ έπος, αμ έργο ποτ λένε…

Ένα λουλούδι, αλλά θανάτου… 

Ο Λεμπεσόπουλος δεν θέλησε να μιλήσει στη ραδιοφωνική συνέντευξη για την εμφάνισή του στο «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα» στο Altera Pars. Είναι ένας μονόλογος βασισμένος σε θαυμάσιο κείμενο του Πιραντέλο για τη ζωή και τον θάνατο, ένα έργο γραμμένο σε ώριμη ηλικία του Ιταλού δραματουργού, το 1923, όταν ήταν 56 ετών.
Ανέφερε μόνο ότι το έργο «είναι μια άσκηση απελπισίας» και αυτό κράτησα περισσότερο από όσα είπε. Και, στα αλήθεια, ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα είναι ένας απελπισμένος που διανύει το τελευταίο διάστημα της ζωής του. Το «λουλούδι» είναι κάτι –μας λέει ο ήρωας– σαν γρατζουνιά στο σημείο του στόματός του! Είναι ένα επιθηλίωμα, μια νεοπλασία του δέρματος, που κάνει πλέον ορατό το τέλος του. Και εκείνος, βαθιά απελπισμένος, αντιστέκεται με ένα τρελό ξέσπασμα για την αξία της ζωής.

Ο Άρης Λεμπεσόπουλος εμφανίζεται στη σκηνή με έναν ποδήλατο και τρία μπαλόνια. Είναι ορμητικός στην είσοδό του και για πολλά λεπτά –μπορεί, μπορεί τέσσερα, μπορεί πέντε– κινείται ακατάπαυστα, ανεβαίνει και κατεβαίνει σκάλες, φωνάζει, κλαίει, ηρεμεί, εκρήγνυται ξανά, μιλάει, σαρώνει! Σε όλη την παράσταση συνδιαλέγεται με ένα ακορντεόν (που παίζει, η τόσο ζεστή στον φωνητικά άηχο ρόλο της, Ευαγγελία Βελλή Κοσμά) αντί να συνομιλεί με κάποιον, όπως συμβαίνει στο πρωτότυπο του έργου. Ο ήρωας του Πιραντέλο υμνεί τη ζωή, θρηνεί για το αναπότρεπτο που πλησιάζει, μιλάει για την αγάπη, για τον έρωτα, για τα μικρά πράγματα του βίου, για τη δύναμη του ποδοσφαίρου. Δηλώνει Γιουβεντίνος οπαδός, επισείει το μαυρόασπρο κασκόλ της Μεγάλης Κυρίας, χορεύει με μια μπάλα (που είναι γένους θηλυκού και αυτή, παρατηρεί), υμνεί τη γυναίκα. Το γυναικείο σώμα είναι σαν ναός που σε προκαλεί για εισβολή, είτε για να σε προστατεύσει είτε για να το βεβηλώσεις, λέει. Το μόνο που εύχεται είναι να γιορτάσει μια ακόμα φορά τα γενέθλιά του και να κάνει μια ακόμα χρονιά Χριστούγεννα με τη γυναίκα του. Το παρελθόν, λέει, είναι αυτό που τον κρατάει στη ζωή τώρα που του απομένουν λίγες μέρες. Κόψτε στο δρόμο σας, προτρέπει, αγριολούλουδα, μαδήστε τα, και όσα φύλλα μετρήσετε τόσες θα είναι οι μέρες που μου απομένουν. 

Ο ήρωας του Πιραντέλο εκφράζει –μέσα από τη συγκλονιστική ερμηνεία τού Λεμπεσόπουλου– την αγωνία του θανάτου και την απαξία των υλικών αγαθών («τα λεφτά μπορεί να σας χαρίσουν έναν σκύλο αλλά όχι και το κούνημα της ουράς του»). Είναι ένας άνθρωπος απελπισμένος, φιλοσοφημένος, ευαίσθητος και, εν τέλει, βαθιά ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟΣ σε μια παράσταση που έχει παντού τη σφραγίδα του Τάσου Ιορδανίδη: στη σκηνοθεσία, στη διασκευή, στα κοστούμια, στη σύλληψη μιας άλλης ματιάς στο ανέβασμα του έργου, στο αντιστικτικό σκηνικό με τις μεγάλες επιφάνειες από παιδικά σχέδια.

Αν ήταν έντομο πάνω μας….

Σπαρακτικό το απόσπασμα του κειμένου που παρομοιάζει το θάνατο με ένα έντομο: «Αν ο θάνατος, κύριέ μου, ήταν σαν ένα από εκείνα τα περίεργα, αηδιαστικά έντομα, που κάποιος ξαφνικά ανακαλύπτει επάνω του... Περπατάτε στο δρόμο, σταματάτε ένα διαβάτη και του λέτε: "Συγνώμη, μου επιτρέπετε; Έχετε τον θάνατο επάνω σας". Και με το δάχτυλο σας, τον πιάνετε και τον πετάτε μακριά. Θα ήταν υπέροχο! Ο θάνατος όμως δεν είναι σαν αυτά τα αηδιαστικά έντομα. Πολλοί που κάνουν περίπατο ήσυχοι και αμέριμνοι μπορεί να τον κουβαλούν επάνω τους αλλά κανείς δεν τον βλέπει. Κι εκείνοι σκέφτονται ήσυχοι και ήρεμοι τι θα κάνουν αύριο, μεθαύριο».

Μια συνάντηση μετά το τέλος 

Δεν συνηθίζω να πηγαίνω μετά τις παραστάσεις στα καμαρίνια, ακόμα και αν πρέπει να δω φίλους. Γιατί κάποιες φορές χρειάζεται να γίνεις συγκαταβατικός, ίσως ανειλικρινής. Σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται να είσαι ευγενής, όποια άποψη και να έχεις για ό,τι είδες, ώστε να μην ακυρώνεις τη δουλειά των συντελεστών μιας παράστασης για την οποία έχουν ιδρώσει, έχουν ονειρευτεί, έχουν παθιαστεί και δεν σου επιτρέπεται, δεν δικαιούσαι, να τους πικράνεις – τουλάχιστον λίγο μετά από τη στιγμή που κατέβηκαν από τη σκηνή.
Αλλά αυτή τη φορά θέλησα να συναντήσω τον πρωταγωνιστή χωρίς να το σκεφτώ. Σαν να ήταν κάτι που χρειαζόταν απαραιτήτως για να συμπληρωθεί η βραδιά της περασμένης Πέμπτης που άρχισε με την τυχαία ακρόαση της συνέντευξης του Λεμπεσόπουλου στον 9.84 και έκλεισε με τη συνάντηση μαζί του στην άκρη της σκηνής τού  Altera Pars όταν το θέατρο είχε αδειάσει.

Δεν τον ήξερα από κοντά, δεν με ήξερε, φυσικά, και εκείνος –ούτε από κοντά ούτε μακριά. Τα είπαμε εκεί χωρίς τυπικότητες, όρθιοι, σαν γνώριμοι από παλιά. Μιλήσαμε συμπυκνωμένα, σε λίγο χρόνο, για το έργο, για τα όσα είπε στο ραδιόφωνο, για αυτό που ερμήνευσα ως θλίψη του, για το τι σήμαινε εκείνη η «άσκηση απελπισίας» που είπε, για τις αγωνίες του, για τα παιδιά τού κόσμου («έχω και εγώ παιδιά και αγωνιώ», μου είπε), για την ανεργία, για την εργασία που δεν πληρώνεται, για τον ρόλο που ενσαρκώνει, για τις θεατρικές καριέρες –αυτές που προχώρησαν και αυτές που σκάλωσαν. Και μου φάνηκε ακόμα πιο συγκινητικός από τον ήρωά του.

Έφυγα έχοντας αλλάξει μέσα μου αυτό που έγραψα στην αρχή. Ο Λεμπεσόπουλος είναι κάτι πολύ περισσότερο από σημαντικός ηθοποιός. Το τοποθετώ ψηλά. Αλλά δεν θα ορίσω το ύψος. Τουλάχιστον όχι ακόμα.

Διον. Βραϊμάκης 

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΝ HARDDOG:
1) Μια καντίνα η Ελλάδα (Άγριος σπόρος, θέατρο Επί Κολωνώ)
2) Ο άνθρωπος που έβγαλε το μπουζούκι από τη φυλακή (Θέατρο Στοά)