Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Η νέα σελίδα στον θρύλο του Ίστγουντ

ΤΟ ΒΑΠΟΡΑΚΙ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ (ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΟΧΙ ΕΣΧΑΤΗ) ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ 90άρη, ΠΑΡΑ ΚΑΤΙ, ΚΛΙΝΤ - ΟΛΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΑ ΑΓΟΡΑΣΟΥΜΕ, ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΟΜΩΣ;

Στο κατώφλι των 90 χρόνων του ο κλασικός «σκληρός» τού κινηματογράφου, ο Κλιντ Ίστγουντ, εξακολουθεί να δημιουργεί, να σκηνοθετεί, να παίζει, να παράγει, να ζει! Αυτό από μόνο του έχει μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε κριτική αναφορά στη νέα του ταινία, στο Βαποράκι (The Mule, ο τίτλος στα αγγλικά). Φυσικά, και δεν είναι
ο Ίστγουντ μοναδικό φαινόμενο κινηματογραφικού δημιουργού που συνεχίζει τη φιλμική του πορεία σε τόσο μεγάλη ηλικία. Μόλις το 2017 (προβλήθηκε το 2018) η Ανιές Βαρντά έκανε το εξαιρετικό της ντοκιμαντέρ δρόμου «Πρόσωπα και Ιστορίες». Ήταν τότε στα ενενήντα παρά κάτι χρόνια της (τα συμπλήρωσε το '18). Και μόλις το 2016 ολοκληρώθηκε το Μετείκασμα, το κύκνειο άσμα του μεγάλου Πολωνού Αντρέι Βάιντα, ο οποίος την ίδια χρονιά έφυγε από τη ζωή έχοντας συμπληρώσει 90 έτη στον κόσμο –τα περισσότερα δημιουργικά.

Στο Βαποράκι ο Κλιντ Ίστγουντ εμφανίζεται πάλι ως ηθοποιός ύστερα από δέκα χρόνια, δηλαδή μετά το Gran Torino του 2008, και ενώ στο μεταξύ σκηνοθέτησε πολλές ταινίες χωρίς ο ίδιος να περνάει μπροστά από τον φακό. Η τελευταία του δημιουργία (και ελπίζουμε όχι η έσχατη), είναι μια ταινία αγωνίας και περιπέτειας, με τον τυπικό αμερικάνικο τρόπο γραφής ως προς τη δράση, αλλά διαφορετική ως προς τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων και καταγραφή των συναισθημάτων. Ο Ερλ Στόουν, ένας κατά το σενάριο 80χρονος κηπουρός, ένας επιτυχημένος ανθοκόμος προσηλωμένος στη δουλειά του σε τέτοιο βαθμό που να παραμελεί τις σχέσεις με την οικογένειά του, με το πέρασμα των χρόνων παρακμάζει οικονομικά, ξεπερνιέται από την τεχνολογία, νικιέται από το ίντερνετ (μέσα από το οποίο διακινούνται πλέον και τα άνθη), και βρίσκεται στα πρόθυρα της απόλυτης οικονομικής καταστροφής καθώς επίκειται κατάσχεση του κτήματός του και της περιουσίας του.

Το χειρότερο απ' όλα: έχουν διαρραγεί ανεπανόρθωτα οι σχέσεις με την οικογένειά του, η γυναίκα του τον κατηγορεί ότι τους αμελεί για να  ασχολείται με συναθροίσεις  ανθοκαλλιεργητών όπου ο ένας βραβεύει τον άλλον, ενώ η κόρη του για χρόνια αρνείται να του μιλήσει καν αφού η μονομονία με τη δουλειά του δεν του επέτρεψε να παρευρεθεί ακόμα  και στον γάμο της! Πάνω σε αυτήν τη στιγμή που η ζωή του βυθίζεται, τον προσεγγίζει η μεξικάνικη μαφία του καρτέλ κοκαΐνης (λίγο σεναριακά αφελής ο τρόπος που έγινε αυτό) και του προτείνει μια πολύ απλή και εύκολη δουλειά: θα κερδίζει χρήματα απλώς οδηγώντας, κάτι που πάντα του άρεσε, και ταξιδεύοντας, κάτι που επίσης τον συνάρπαζε καθώς είχε επισκεφθεί τις περισσότερες από τις 50 Πολιτείες της Αμερικής. Εκείνος δεν γνώριζε ότι έχει να κάνει με το μεξικάνικο καρτέλ και ούτε υποψιάστηκε ότι αυτό που του προσφέρουν να μεταφέρει είναι παράνομο.

Ο ιδανικός μεταφορέας

Για τη μαφία ο Ερλ είναι το ιδανικό μουλάρι (mule), δηλαδή το δικό μας βαποράκι στην αμερικανική ναρκο-ορολογία. Ποιος θα μπορούσε να υποψιαστεί ότι ένας ταπεινός γεράκος, που μετά από οδήγηση χρόνων στους δρόμους δεν έχει πάρει έστω μια κλήση (και γι αυτό ο ίδιος επαίρεται) μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά;
Ο Ερλ κερδίζει την εμπιστοσύνη της μαφίας και μαζί τα χρήματα που χρειάζεται για να αποκατασταστήσει το κύρος του, να σώσει την περιουσία του, να βοηθήσει την οικογένειά του, και μετά από χρόνια να αποκαταστήσει τις σχέσεις μαζί της. Συνεχίζει να κάνει διαδρομές ακόμα και όταν μαθαίνει τι ακριβώς μετέφερε. Και το κάνει με εξυπνάδα, που μπορεί να ξεγελάσει ακόμα και τα εκπαιδευμένα σκυλιά-ανιχνευτές ναρκωτικών (βάζοντας στα χέρια του μια κρέμα για εντριβές), με χιούμορ, αλλά και με τον γνωστό ιστγουντικό κυνισμό. Συνεχίζει τη δουλειά έτοιμος να υποστεί τις συνέπειες είτε του νόμου είτε του καρτέλ που από κάποια στιγμή σκληραίνει τη στάση του απέναντι του μετά τη βίαια αλλαγή στην ηγεσία του.

Ο περιφρονημένος ανθοκόμος καταφέρνει λίγο πριν από το «σφύριγμα λήξης» της ζωής του να αγαπηθεί από την κόρη του, να γίνει αποδεκτός από τον περίγυρό του, να βοηθήσει οικονομικά την εγγονή του, να αποκατασταθεί στα μάτια τής βαριά άρρωστης γυναίκας του. Δεν κατορθώνει μόνο ένα: «Μπορώ να τα αγοράσω όλα, αλλά δεν μπορώ να αγοράσω χρόνο» λέει κάποια στιγμή.

Το Βαποράκι δεν είναι μεγάλη ταινία, και δεν την προτείνουμε σαν τέτοια (όπως προτείναμε λόγου χάρη το Ρόμα). Είναι όμως καλή ταινία που προσθέτει  μια ακόμα σελίδα στον κινηματογραφικό θρύλο του Κλιντ Ίστγουντ –σε μία από τις πιο πολυσχιδείς, πιο διαχρονικές και πιο χαρακτηριστικές μορφές του αμερικανικού σινεμά. Και σαν τέτοια, ναι, σας προτείνουμε τη νέα ταινία του Ίστγουντ για ένα απολαυστικό κινηματογραφικό δίωρο με δράση, χιούμορ, αγωνία, πολύ συναίσθημα, εντυπωσιακές σκηνές και διαδρομές στις αχανείς εκτάσεις της αμερικανικής περιφέρειας, μέσα από μεγάλους, ερήμους επαρχιακούς αυτοκινητόδρομους. Ταξίδι στην εσώτερη Αμερική, ταξίδι στα συναισθηματα, στον βίο, στα λάθη και στην επανόρθωσή τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΝ HARDDOG:
1) «Ρόμα», οι γυναίκες της εγκατάλειψης, οι πραστρατιωτικοί, οι δολοφόνοι 
2) «Ο υποψήφιος»: «Αρπακτικά που κρύβονται στους θάμνους! Δημοσιογραφία είναι αυτή;»
3) «Ψυχρός πόλεμος», όταν ο έρωτας γίνεται πόλεμος