Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Η Espresso ανοίγει δουλειές στον Μπαμπινιώτη!

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ «ΜΕΡΕΜΕΤΙΣΕ» ΣΤΟ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ ΓΙΑ ΕΝΑ, ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ, ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ 

Το πρωτοσέλιδο της Espresso της Πέμπτης με την εντυπωσιακή είδηση, προκαλεί ερωτήματα όχι μόνο για τον ηθοποιό που κακοποίησε ταξιτζή (άγνωστο πώς ακριβώς, όμως από τα συμφραζόμενα βγαίνει ένα συμπέρασμα) αλλά και για το ρήμα που χρησιμοποίησε η εφημερίδα στον τίτλο: «Ηθοποιός ‘‘μερεμέτισε’’ ταξιτζή με σπρέι βιασμού». Μερεμέτισε;
Δηλαδή επισκεύασε; Σοβάντισε τις ρωγμές στον τοίχο; Έχτισε; Προφανώς πρόκειται για λέξη της αργκό που, προς το παρόν, αποκωδικοποιείται από λίγους χρήστες της ελληνικής γλώσσες.

Οπότε, τι; Αρχίζει τη δουλειά ο Μπαμπινιώτης που παρακολουθεί από κοντά τις διεύρυνση της γλώσσας και τις νεότερες έννοιες των λέξεων σε τέτοιο βαθμό που συμπεριέλαβε κάποτε στο λεξικό του την ακραία σημασία που έχει το «Βούλγαροι», αυτήν δηλαδή του ποδοσφαιρικού υβρεολογίου. Τότε έγινε χαμός (και μικρός εθνικός διχασμός!) στη χώρα και η προκλητική ερμηνεία αποσύρθηκε από το λεξικό.

Ψάχνοντας για το «μερεμέτι»

Η πρώτη πηγή στην οποία αναζητήσαμε την ερμηνεία του «μερεμετίζω» πέρα από την καθιερωμένη, ήταν το ψαγμένο στην αργκό slang.gr. Νομίζαμε ότι εκεί βρισκόταν η λύση, αλλά αποτύχαμε. Να τι γράφει στο λήμμα «μερεμέτι»:
«Η χειρωνακτική εργασία του μάστορη η οποία γίνεται σε μικρό χρονικό διάστημα, αλλά αποφέρει σπουδαία αποτελέσματα». Παράδειγμα: «-Καλά, σου λέω έκανα ένα μερεμέτι στον Κωστή άλλο πράγμα!
«- Τελέρε παιδί μου!» (το τελέρε σημαίνει «τις λες ρε»!)

Απογοητευτήκαμε από το (μη) εύρημα, αλλά σε άλλο παραπλήσιο λήμμα, το slang άνοιξε ένα παραθυράκι. Είναι το «Σουλτάν μερεμέτι», που ερμηνεύεται ως «βρωμόξυλο» και συνοδεύεται με το παράδειγμα:

«Του τράβηξα ένα σουλτάν μερεμέτι, το καταφχαριστήθηκα!». 

Όμως, το ηλεκτρονικό λεξικό παραπέμπει σε ένα συνώνυμο. «Βλέπε ταβερνόξυλο», γράφει, και σε αυτό δίνει τον ορισμό:

«Το είδος ξύλου που δεν ανήκει σε καμία κατηγορία ή πολεμική τέχνη και δεν έχει κανόνες και αντιαθλητικά χτυπήματα. Περιλαμβάνει από καρπαζιές, σφαλιάρες, μπουκέτα και φάπες μέχρι βρώμικα κλωτσομπουνίδια, καρεκλιές, κουτουλιές και ρουθουνιές (το χώσιμο του δείκτη και του μέσου στα ρουθούνια του αντίπαλου και το τράβηγμα της μύτης προς τα πάνω)».

«Κανονίζω, δέρνω»

Στο «Λεξικό λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας», του Τάκη Τζήκα (που βρήκαμε στο eranistis.net) το «μερεμετίζω» ερμηνεύεται με την κυριολεκτική του έννοια («επιδιορθώνω μικρή βλάβη, επισκευάζω, εργάζομαι σε οικοδομικές μικροδουλειές») αλλά και με τη μεταφορική που σημαίνει «κανονίζω, δέρνω».

Το Βικιλεξικό δίνει την ίδια μεταφορική έννοια και μαζί ένα παράδειγμα από κείμενο του Λουντέμη. Διαβάζουμε εκεί για το «μερεμετίζω»:

«Ανταποκρίνομαι σε προσβολή, απαντώ σε κάποιον με ανάλογο τρόπο». Παράδειγμα: «Ωχ! Καλά να τα πάθεις... (...) Σε μερεμέτισε καταπώς σ' ταιριάζει. (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)».

Τα έντυπα λεξικά

Στο παλιό έγκυρο λεξικό της Πρωίας (σε μια έκδοση που έχουμε με την υπογραφή «Δημητράκος» κάτω από το «Παν γνήσιον αντίτυπον φέρει την υπογραφήν του ιδιοκτήτου»!), βρίσκουμε ότι το μερεμέτι είναι «επιδιόρθωσις, κυρίως οικοδομής δι’ αμμοκονιάματος», αλλά στο ίδιο λήμμα υπάρχει η φράση «σουλτάν μερεμέτι» που σημαίνει «δριμεία επίθεσις ή ξυλοκόπημα».

Στο λεξικό Τεγόπουλος-Φυτράκης (1990) το μερεμέτι πέρα από «επιδιόρθωση» ερμηνεύεται και ως «επίπληξη, ξυλοδαρμός» και το «μερεμετίζω» ως «επισκευάζω, επιδιορθώνω/δέρνω».

Η ώρα του Μπαμπινιώτη

Τέλος, σε μια από τις πρώτες  εκδόσεις του Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, του Μπαμπινιώτη, δεν υπάρχει η μεταφορική έννοια περί ξυλοδαρμού. Ίσως να προστέθηκε σε κατοπινές εκδόσεις, αλλά όπως και να έχει το πράγμα, ο καθηγητής Γιώργος Μπαμπινιώτης και η ομάδα του πρέπει να πιάσουν δουλειά μετά την πρωτοσέλιδη χρήση του «μερεμετίζω» που μπορεί να σημαίνει, λέμε εμείς, από «την πέφτω σεξουαλικά» (ελαφρύ φαίνεται) έως «σοδομίζω». Ιδού Ρόδος, καθηγητά

Ακολουθήσετε το μπλογκ στη σελίδα του στο faceboook, δηλώστε το αν σας αρέσει