Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Γιατί εκτιμώ τους διορθωτές των εφημερίδων

Ένας από τους τομείς της δημοσιογραφίας –τις ειδικεύσεις, ας πούμε – που έχω ψηλά στην εκτίμησή μου, είναι αυτός των διορθωτών εφημερίδων (φυσικά και περιοδικών). Είναι οι άνθρωποι για τους οποίους πάντα πίστευα ότι κάτι παραπάνω ξέρουν, τουλάχιστον από εμένα, και όχι απαραιτήτως μόνο στη Γλώσσα – την οποία γνωρίζω με σχετική επάρκεια για δημοσιογραφική χρήση, αλλά πάντα ανακαλύπτω κενά στις γνώσεις μου που με τρομάζουν.

Οι διορθωτές ήταν παραδοσιακά στον Τύπο οι πιο αφανείς δημοσιογράφοι. (Η πρώτη εικόνα διορθωτή που αποτυπώθηκε –όντας πολύ νεαρός τότε, παιδί ακόμα– στο μυαλό μου, ήταν εκείνη του «κύριου Καββαδία». Ένας άνδρας σοβαρός, απόμακρος, λιπόσαρκος, εγκαταστημένος σε μια απόμερη γωνιά του τυπογραφείου πολιτικής εφημερίδας με υψηλό επίπεδο γραπτών –οπαδός του Πανιωνίου, αν έχει σημασία!– που ήταν σκυμμένος συνεχώς πάνω από τις «διορθώσεις», δηλαδή τα κείμενα της λινοτυπίας αποτυπωμένα σε βρεγμένο χαρτί. Με τη λάμπα χαμηλά, πάνω από το χαρτί, σημείωνε τα λάθη με το μελανί μολύβι του, πάντα σιωπηλός και πάντα καταρρακτώδης σε πληροφορίες για όποια γλωσσική απορία είχα –και είχα τότε πάρα πολλές για να τον διακόπτω στη δουλειά του. Ήταν ο πρώτος δημοσιογραφικός δάσκαλός μου και από τους πολυτιμότερους όπως θα αποδεικνυόταν στην επαγγελματική πορεία μου).

Οι διορθωτές είναι ενδεχομένως το ίδιο αφανείς με εκείνους τους συντάκτες που έκαναν τα «Φαρμακεία», δηλαδή όσα πρωτάκια δημοσιογράφοι είχαν μέσα στις τριτεύουσες αρμοδιότητές τους την επιμέλεια των πινάκων με τα εφημερεύοντα. Αλλά οι διορθωτές διατηρούσαν και διατηρούν την ανεκτίμητη αξία των οργάνων του ανθρώπινου σώματος που λειτουργούν από μόνα τους, χωρίς εντολή τού εγκεφάλου: πνεύμονας, μάτια, καρδιά κ.λπ.

Ο άνθρωπος που δουλεύει αθόρυβα, πίσω από τη δημοσιογραφική σκηνήγια  να φτάσει στον αναγνώστη το κείμενο καθαρό από ανορθογραφίες, σολοικισμούς, βαρβαρισμούς –ακόμα και από πιθανές στρεβλές γνώσεις του συντάκτη–  βρίσκεται αντιμέτωπος ΚΑΙ με χοντράδες που εύκολα εντοπίζονται, αλλά ΚΑΙ με λάθη που καραδοκούν απαρατήρητα, πονηρά και αποφασισμένα να φτάσουν ώς το πιεστήριο και από εκεί να πετάξουν πανελλαδικά στην ελευθερία των περιπτέρων και να κάνουν πασαρέλα στο εκθετήριο των πάγκων των εφημεριδοπωλών της χώρας.

Η Διόρθωση της Εφ.Συν.
Οι διορθωτές της Εφημερίδας των Συντακτών με ένα ωραίο, έξυπνο και φυσικά αλάνθαστο κείμενο που έγραψαν με την ευκαιρία των έξι χρόνων από την πρώτο φύλλο τής συνεταιριστικής έκδοσης, περιγράφουν ανάλαφρα, με εύθυμη διάθεση, λίγα από τα πολλά εμπόδια που συναντούν και που είναι:

«Να κοντράρονται μπροστά στα μάτια σου ο κανόνας της γραμματικής με το "εγώ έτσι το θέλω" του συντάκτη, να παραβλέπεις τους κανόνες στίξης και να δέχεσαι τις αγκύλες εκεί όπου χρειάζονται οι παρενθέσεις (τι διδασκόμουν τόσα χρόνια, γαμώτο;)…
» Να μάχεσαι με τις δημοσιογραφικές λέξεις-μαϊντανούς των κειμένων: "προκειμένου", "καθώς", "υπογράμμισε", "αναμένεται", "φέρεται".
» Να παθητικοποιείς το ανύπαρκτο ενεργητικό "προοιωνίζω" και να μην αφήνεις να... διαρρέει ο υπουργός. 
» Να παραδίδεσαι στη "βιωσιμότητα του χρέους", να μην το αλλάζεις σε "διαχείριση" και να παρακαλάς μέσα σου να μη σώσει...
» Να εγκαταλείπεις τη διάκριση μεταξύ "σορού" και "πτώματος" γιατί δεν θέλει πολλά ο θάνατος».

Ο διορθωτής ζει καθημερινά στις εφημερίδες την αγωνία τού τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι. Κάποιοι από εμάς του σουτάρουμε καραβολίδες άγνοιας ή προσπαθούμε να παραβιάσουμε την εστία τών γνώσεών του με ανάποδα ψαλίδια ενός ογκώδους επαγγελματικού εγωισμού που προστάζει «μην μου πειράξεις το κείμενό μου, έτσι το θέλω εγώ, με κόμμα πριν από το είτε, πριν από το ή, πριν από το ούτε –και ας το λες εσύ λάθος». Γιατί πάντα έχουμε έγνοια για τα πονήματά μας, τα οποία γράφουμε ορισμένοι με την προσωπική μας –την ιδιωτικής χρήσης– γραμματική.

Ο διορθωτής-τερματοφύλακας (όπως λέει ο φίλος μου ο Μάριος) μπορεί να πραγματοποιήσει την ημέρα δεκάδες σωτήριες αποκρούσεις για να μη φτάσει το λάθος στον αναγνώστη. Αλλά ένα κοροϊδίστικο γκολ να του ξεφύγει, εκτίθεται και μπορεί να ακούσει τα εξ αμάξης, όπως γράφουν στο επετειακό άρθρο τους τα παιδιά της Εφ.Συν (τους τηλεφωνούν οι αναγνώστες: «Μα, είναι δυνατόν να υπάρχει αυτό το λάθος στην εφημερίδα σας; Αγράμματοι είστε;»)

Θα ήθελα πολλά ακόμα να γράψω για τους διορθωτές. Ανάμεσά τους ότι σε αρκετές εφημερίδες η θέση έχει καταργηθεί από χρόνια (απίστευτο φαίνεται, αλλά είναι αληθινό) ή ότι η έλλειψη του διορθωτή φάνηκε στις ιστοσελίδες που λειτουργούν έρημην του και γι αυτό πολλές είναι γεμάτες γλωσσικούς δράκους. Αλλά επειδή στο ίντερνετ τα μεγάλα κείμενα τα τρώει το σκρολάρισμα και η διαγώνια ανάγνωση, θα σταματήσω εδώ –ήδη είναι μεγάλο.

Θα κλείσω με μια προσωπική αλήθεια που δεν διστάζω να μοιραστώ με όσους άντεξαν ώς εδώ και είναι αποφασισμένοι να φτάσουν ώς τις τελευταίες αράδες αυτού του κειμένου. Ότι δηλαδή, οι διορθωτές έχουν σώσει πολλές φορές από γκάφες εφημερίδες στις οποίες δούλεψα σε υπεύθυνη θέση (άρα έσωσαν και εμένα) και ότι τόσα χρόνια μέσα στον Τύπο, κάτι κάτι παραπάνω έμαθα από αυτούς. Μέχρι χθες από τον Νίκο, τον Γιώργο, τον Ντένη. Μέχρι προχθές και αντιπροχθές από τη Γιώτα, την Αυγή, την Κική, τον Μάριο, τον Διονύση, τον Ανδρέα, τη Ρία, τη Γιάννα, τον Γιάννη (τους Γιάννηδες), τον κυρ Αντώνη, τον Μανώλη, τον Φώτη –πολλούς άλλους. Και πολύ παλιότερα έμαθα γλωσσικές λεπτομέρειες (μέσα από διαφωνίες, συζητήσεις και συναινέσεις) από μια τετράδα υπέροχων παιδιών υψηλής φιλολογικής και εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης. Τα θυμάμαι και από τη συνεργασία μας και από ένα μικρό βιβλιαράκι, ένα εγχειρίδιο, που μου δώρισαν κάποια Χριστούγεννα, περί τα τέλη της δεκαετίες του ΄80. Ήταν το «Μονοτονισμένη μουσική», μια έκδοση του 1986 του Στέλιου Ράμφου (δεν τον γνώριζα ως όνομα τότε) για το μονοτονικό που είχε μπει στη ζωή μας. Στην αφιέρωσή τους μού έγραφαν, φυσικά με δασείες, ψιλές και περισπωμένες: «Ου παντός των δημοσιογράφων ελληνίζειν… Καλά Χριστούγεννα». Υπογραφές: Αναστασία Λ., Παναγιώτης Ζ., Ανέζα Ζ., Λεωνίδας Κ.

Όλα αυτά τα παιδιά που ανέφερα με τα βαπτιστικά τους ονόματα  –και πολλά άλλα που παρέλειψα ή ξέχασα– τα εκτιμώ βαθιά για τη δουλειά τους και τα ευχαριστώ για τη συνεργασία μας και, ακόμα, γιατί βοήθησαν τα κείμενά μου να φτάνουν όσο πιο καλοσιδερωμένα γίνεται στη σελιδοποίηση. Ας μου συγχωρέσουν ότι πάνω από όλους εκτιμώ και ευχαριστώ έναν: τον «κύριο Καββαδία», εις μνήμην του οποίου θα αφιερώσω τούτο το κομμάτι.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Ξέρω, αν αυτό το κείμενο γραφόταν για εφημερίδα, οι διορθωτές όλο και κάτι θα του εύρισκαν. Μπορεί και πολλά. Τυπογραφικά λάθη, αβλεψίες, γλωσσικά λαθάκια, «κακώσεις» στη στίξη, «ν» που έπρεπε να μπουν και δεν μπήκαν, «ν» που μπήκαν και δεν χρειάζονταν, τόνοι που δεν ήταν απαραίτητοι σε κάποια άρθρα κ.ά. Είναι κάτι ψείρες αυτοί οι διορθωτές, άλλο πράγμα…

** Το κείμενο των διορθωτων της Εφημερίδας των Συντακτών το βρήκαμε στους Zoornalistas, εδώ, και ήταν αναδημοσιευμένο από το σάιτ της Εφ.Συν, εδώ
** Τη πρώτη φωτογραφία που εικονογραφεί τούτο το κείμενο πήρανε από παλαιότερο θέμα του lifo.gr. Εικονίζει τυπογραφείο άλλων εποχών και πάνω στο μάρμαρο μια στήλη της λινοτυπίας και το χαρτί της διόρθωσης που έχει πάει και έχει επιστρέψει από το τραπεζάκι του διορθωτή.

Διον. Βραϊμάκης

Ακολουθήσετε το μπλογκ στη σελίδα του στο faceboook, δηλώστε το αν σας αρέσει