Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Όταν η παλιά Βραδυνή είχε ολόκληρη σελίδα για τη μοντέρνα μουσική

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΕΚΡΗΞΗΣ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΩΝ*

Δεν ξέρω πως ακριβώς δημιουργήθηκε αυτή η μόδα. Ξέρω όμως ότι από το 1965 μέχρι και τη μεταπολίτευση κάθε γειτονιά σε κάθε πόλη της χώρας είχε το δικό της μουσικό συγκρότημα. Στις μεγάλες πόλεις δε, κάθε Κυριακή πρωί σε θέατρα ή κινηματογράφους είχαμε τα περίφημα «Μουσικά πρωινά». Ήταν μάλλον μια ανάγκη της εποχής…

Η Ελλάδα δεν ήταν ακόμη η σημερινή χώρα με τα πολλά ωδεία όπου μπορούν τα παιδιά, αλλά και μεγαλύτεροι να έλθουν σε στενή επαφή με τη μουσική.

Το ταλέντο του καθενός βρισκόταν μέσα του και εκδηλωνόταν με την αγορά από τους γονείς μιας κιθάρας ή ενός άλλου οργάνου. Λίγα ήταν τα παιδιά που πήγαιναν σε ωδεία ή είχαν την ευχέρεια να διδάσκονται μουσική στο σπίτι.

Η έκρηξη όμως με τα μουσικά συγκροτήματα, που ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια καθημερινά, άρχισε να μεταφράζεται σύντομα σε μουσικές σπουδές.
Σιγά- σιγά τα ωδεία απέκτησαν πελατεία, και είδαμε καταχωρίσεις στον Τύπο «διδάσκεται ηλεκτρική κιθάρα, μπάσο, ντραμς, αρμόνιο».
Είναι βέβαιο ότι το 90% των μουσικών ποπ και ροκ συγκροτημάτων της εποχής δεν γνώριζε να διαβάζει και να γράφει μουσική. Γι’ αυτό και όποιος «ήξερε νότες» γινόταν αυτομάτως ο αρχηγός του συγκροτήματος.

Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ο αρχηγός του σπουδαιότερου τότε ελληνικού συγκροτήματος (Forminx), του οποίου ο πατέρας ήταν καθηγητής μουσικής, δεν έμαθε να διαβάζει νότες αλλά κέρδισε μέχρι και Όσκαρ. Ήταν ο περίφημος Βαγγέλης Παπαθανασίου.
Μεγάλη συμβολή στην εξάπλωση της «επιδημίας» των συγκροτημάτων είχαν οι διοργανωτές των μουσικών εκδηλώσεων και οι λιγοστοί παραγωγοί του ραδιοφώνου, που ήταν τότε μόνο κρατικό.
Και τότε έκανε την εμφάνισή του το πυρηνικό όπλο της ελληνικής ποπ και ροκ μουσικής. Ήταν οι περίφημοι «ερασιτεχνικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί».

Με ρυθμούς πολυβόλου η μπάντα των μεσαίων κυμάτων γέμισε ραδιοερασιτέχνες. Οι πιο πολλοί έπαιζαν ξένη μουσική και βέβαια αφιέρωναν πολύ χρόνο στα μουσικά συγκροτήματα της γειτονιάς τους.
Τότε κανείς δεν μετρούσε ακροαματικότητες, αλλά από στόμα σε στόμα ξέραμε ότι ο «Geronimo Groοvy» ήταν ο δημοφιλέστερος.

Όταν με το δικό μας συγκρότημα αποφασίσαμε να φτιάξουμε ερασιτεχνικό σταθμό, προσφύγαμε στο ηλεκτρολογείο του Νικολάου Αρμάου, ενός ευσεβούς καθολικού χριστιανού που ξαφνικά έμπλεξε, όπως έλεγε, με σατανάδες.
Του καλάρεσε όμως, και έτσι δημιουργήθηκε ο «Picasso No 2». Οι μεταδόσεις μας γίνονταν με βάρδιες μέσα από το εργαστήριο του Αρμάου, στην οδό Κονδύλη στη Νίκαια.
Φυσικά δίναμε στον αέρα το τηλέφωνο και έπεφταν βροχή οι αφιερώσεις. Είχα την ευτυχία να σπουδάζουν δύο αδέλφια μου στην Αγγλία και μου έστελναν «εξπρές» ό,τι καινούργιο κυκλοφορούσε. Ετσι ο σταθμός μας είχε την αποκλειστικότητα κυρίως στις επιτυχίες των Shadows.

Ώσπου το 1968 εισέβαλε η αστυνομία στο στούντιο του Αρμάου και μας συνέλαβε διότι «παρενοχλούσαμε τις συχνότητες των αεροπλάνων», όπως είπαν.
Βεβαίως, αυτό ήταν δικαιολογία. Απλώς κάποιος εγκέφαλος από τους πολλούς που διέθετε η χούντα, θα είχε ενοχληθεί με τους «γιεγιέδες».

Για να ξαναγυρίσουμε όμως στα συγκροτήματα, οι πειρατικοί σταθμοί ήταν το κύριο μέσο διαφήμισής τους, όπως και τα μουσικά πρωινά του Μαστοράκη (στον Ορφέα και το Μινώα) του Ηλία Καραμανέα (στο Ρεξ), του Γιώργου Καρατζαφέρη (στο Νεράιδα και το Κρυστάλ) και του Κίμωνα Αρέτα (στην Τερψιθέα στον Πειραιά).

Υπήρχαν βέβαια και κάποιες περιφερειακές εκδηλώσεις αλλά οι εφημερίδες (Βραδυνή, Μεσημβρινή, Απογευματινή) ασχολούνταν μόνο με τα κεντρικά.
Στην «Βραδυνή» π.χ. κάθε Δευτέρα υπήρχε ολόκληρη σελίδα με το τι είχε γίνει χθες στο μουσικό πρωινό του Καραμανέα. Εκεί έπαιζαν τουλάχιστον δέκα συγκροτήματα και ο κόσμος ψήφιζε το «σούπερ σπέσιαλ».
Στα μουσικά πρωινά του Καραμανέα είχαμε εκλεγεί «σούπερ σπέσιαλ» και το ίδιο καλοκαίρι παίξαμε στο στάδιο Καραϊσκάκη στη μεγάλη συναυλία στην οποία εμφανίστηκαν «τα καλύτερα συγκροτήματα της χώρας» κατά την άποψη του διοργανωτή, φυσικά.

Θυμάμαι μια φορά, που ο Γιάννης ο κιθαρίστας μας έκλεισε μια συναυλία στην Κόρινθο. Αστειευόμενοι λέγαμε μεταξύ μας «που πάμε ρε να παίξουμε ροκ στους βλάχους;».
Ε, λοιπόν, οι Κορίνθιοι όχι μόνο ήξεραν τους στίχους όλων των τραγουδιών, αλλά αποδείχθηκαν πιο ροκάδες και από τους Αθηναίους. Όταν δε, το 1971 παίζαμε, για ένα μήνα καθημερινά, ροκ μουσική στο πάρκο του Αγρινίου, είχαμε κάθε βράδυ περισσότερους από χίλιους θεατές! 

Τότε είχαμε ένα πολύ δυνατό σχήμα, με τον αξέχαστο Νίκο Μπέλο (Σέτρα) στο όργανο, τον Μάκη Φαναριώτη στα τύμπανα, τον Λάκη Λαζούρα στο μπάσο, τον Γιάννη Μπερμπεριάν στην κιθάρα και τον γράφοντα σε ρόλο «σόλο τραγουδιστή» καθώς «την είχα δει» τουλάχιστον Ελβις Πρίσλεϊ.
Πληρωνόμασταν 400 δραχμές τη βραδιά, όταν ένας γιατρός έπαιρνε μισθό 4.000 δρχ. Καταλαβαίνετε πόσο εύκολα ήταν τα χρήματα για μια καλή ορχήστρα. Ο κόσμος τότε διασκέδαζε με τα ροκ συγκροτήματα και του αρκούσε να πιει μια πορτοκαλάδα ή ένα βερμούτ.

* Αναμνήσεις του Δημήτρη Καπράνου –παλιοσειρά στη δημοσιογραφία και συνταξιδιώτης μας στα πρώτα επαγγελματικά χρόνια– όπως τις περιέγραψε στο fb. Φυσικά, τα στοιχεία για την εποχή είναι πολλά και πυκνά (ραδιοπειρατές, συγκροτήματα, Μουσικά Πρωινά στην πειραιώτικη Τερψιθέα και αλλού), αλλά εμείς αποφασίσαμε να «πάμε» τον τίτλο από τα μοντέρνα μουσικά ενδιαφέροντα της –συντηρητικής, μην τον ξεχνάμε– Βραδυνής του Τζώρτζη Αθανασιάδη, γιατί το βρήκαμε ενδιαφέρον και όμορφο. Ο τίτλος που έχει δώσει ο Δημήτρης στο κείμενό του είναι «Ροκ συγκροτήματα και ραδιοπειρατές»

Ακολουθήσετε το μπλογκ στη σελίδα του στο faceboook, δηλώστε το αν σας αρέσει