Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

Για να ενημερώνομαι πρέπει να πληρώνω

Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΟΦΙΑΝΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ TOY ΧΡΟΝΙΑ (OTAN ΕΓΙΝΕ «ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ»), ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΟΥΣΕ ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΞΕΚΟΚΑΛΙΖΕ ΕΚΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΣΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ

Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, στις δύο κολλητές μονοκατοικίες στα Άνω Πετράλωνα, «έγινα» δημοσιογράφος. Ο παππούς, από τη μητέρα μου, αγόραζε «Ρίζο». Και έναν και δύο κάθε μέρα, «να βοηθήσουμε το κόμμα», έπαιρνε και κάθε εβδομάδα τον «Οδηγητή» βεβαίως. Λάκων στην καταγωγή, φευγάτος από τη
Σπάρτη, «γραμματιζούμενος», τηρουμένων των αναλογιών και των ευκαιριών που δεν είχε, κομψός, πάντα με κοστούμι και γραβάτα, αν δεν γνώριζες θα τον έκανες έναν καλοβαλμένο αστό.

Ο γιος του, θείος μου, Ελευθεροτυπία. Πιο νέος, νεολαίος στους Λαμπράκηδες, φυσιολογική επιλογή η «Ε». Ο πατέρας μου, ο γαμπρός τους, Βραδυνή του Τζώρτζη Αθανασιάδη τις καθημερινές, Καθημερινή της Ελένης Βλάχου τις Κυριακές. Δεξιός, Καραμανλικός, μετριοπαθής, παρότι είχε ζήσει πόλεμο και εμφύλιο μετά, ίσως και γι' αυτό.

Εγώ, όλες. Κάθε μέρα τσέπωνα τις δραχμές και έτρεχα να αγοράσω τις απογευματινές από τον Λάμπη, στη γωνία Τρώων και Κυδαντιδών, να τις πιάσω πρώτος στα χέρια μου, να κλέψω χρόνο για να τις διαβάσω διαγωνίως, κάνοντας καθυστερήσεις στα σκαλοπάτια μας, κάτω από την ελιά και ακούγοντας τον μακαρίτη σήμερα θείο μου να φωνάζει να του πάω τη δική του. Είχε επιστρέψει από την οικοδομή, είχε πλυθεί, φάει και ξαπλώσει για να ξεκουραστεί. Του άφηνα την «Ε», περίμενα λίγο απ' έξω, μόλις άκουγα το ροχαλητό του έμπαινα στο σπίτι, την έπαιρνα και ώσπου να με πάρει χαμπάρι η μητέρα μου, από «δίπλα», την είχα τελειώσει. «Διάβασες;» Ναι. «Τα μαθήματά σου;» Ναι.

Ήμουν δεν ήμουν 10 ετών, ίσως και μικρότερος, είχα πολλές ερωτήσεις γύρω από όσα διάβαζα, κυρίως από το πόσο διαφορετικά έβλεπε η κάθε εφημερίδα τα γεγονότα, τις έκανα στους μεγάλους, έπαιρνα κάποιες απαντήσεις, τις περισσότερες έπρεπε να τις δώσω μόνος μου, ή να περιμένω χρόνια για να τις πάρω - ακόμη και σήμερα. Ποτέ τους, πάντως, δεν προσπάθησαν να με «προσηλυτίσουν», σαν να υπήρχε μεταξύ τους μια συμφωνία να μην υπάρχουν εντάσεις και πολιτικές προστριβές στην κοινή αυλή μας. Και δεν υπήρχαν, παρότι τα χρόνια δύσκολα, έντονα, φανατισμένα, όχι εκεί μέσα όμως, όχι μπροστά μας τουλάχιστον.

Αγοράζοντας για λογαριασμό τους εφημερίδες έμαθα, εκτός των άλλων, ότι για να ενημερώνομαι πρέπει να πληρώνω. Οκ, δεν ήταν δικά μου τα χρήματα, μου άφηναν τα ρέστα, «μη σου δώσει τσίχλες, να ζητήσεις τα λεφτά, να τα βάλεις στον κουμπαρά σου, να πάρεις το ποδοσφαιράκι το καλοκαίρι», όλο αυτό εκτός από πλάκα είχε και μια γοητεία, είχε την πληροφορία, που τότε δεν την έπαιρνες αλλού, αλλιώς, πόσο μάλλον αν ήσουν παιδί.

Πληροφορία. Νέα. Δημοσιογραφία. Μεγάλη ιστορία.
Σήμερα θεωρώ τον εαυτό μου επαρκώς ενημερωμένο και για την επικαιρότητα και για πολλά θέματα πέραν αυτής, πιο σημαντικά, μεγάλα. Ωστόσο, εδώ και 7-8 χρόνια σπανιότατα αγοράζω εφημερίδες - από τότε μάλιστα που εργαζόμουν σε αυτές. Όχι από τσιγκουνιά. Πληρώνω συνδρομή σε δύο Μέσα, το ένα είναι οι NY Times, το άλλο είναι το insidestory.gr.

Ενημερώνομαι. Σκέφτομαι. Αναρωτιέμαι. Αναζητώ απαντήσεις. Δεν είναι πάντα εύκολο και κυρίως δεν πρέπει να είναι τζάμπα. Θέλει κυρίως κόπο. Λίγο. Να, τόσο δα.

** Το κείμενο του Στέλιου Σοφιανού δημοσιεύτηκε στο fb με αφορμή άρθρο του insidestory.gr και με παράλληλη κοινοποίηση του σχετικού λινκ. 

Ακολουθήσετε το μπλογκ στη σελίδα του στο faceboook, δηλώστε το αν σας αρέσει