Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2018

Ένας Δημήτρης… (Όχι ο οποιοσδήποτε)

Σήμερα θα γιόρταζε. Ίσως και να γιορτάζει δηλαδή Εκεί που είναι. Γιατί όταν ζούσε στο Εδώ δεν ήταν ευχαριστημένος. Εκεί –ποιος ξέρει;–  μπορεί να είναι. Δημήτρης. Όχι ο οποιοσδήποτε Δημήτρης, όχι ο οποιοσδήποτε
άνθρωπος. Θα πρέπει να γνωριζόμαστε καμιά εικοσαετία πριν φύγει για Εκεί. Δεν μπορώ να τον πω παράξενο παιδί. Εμένα μου φαίνονταν παράξενα αυτά που έλεγε, αντισυμβατικά, πέρα από τους δικούς μου καθωσπρεπισμούς. Άριστος στη δουλειά μας. Συνεπής, επίμονος για το καλό αποτέλεσμα στο χειρόγραφό του, αλλά καθόλου φιλόδοξος για υψηλούς επαγγελματικούς στόχους. Ολιγαρκής παντού. Θα μπορούσε  να ζήσει με μια σταγόνα  νερό στην έρημο. Χιουμορίστας, αλέγρος, αλλά και κατά διαστήματα απόμακρος. Ήταν από τους άτυχους της ζωής, με οδυνηρές απώλειες από τα παιδικάτα του.  Είχε συχνά προβλήματα υγείας που έφευγαν και ξανάρχονταν με άλλη μορφή. Ανθεκτικός! Και υπομονετικός! Και «στα παλιά μου τα παπούτσια»! Και ροκ! Λάτρευε τις μηχανές πολυ πριν αρχίσει να τις καβαλάει. Μια φορά ήρθε στο γραφείο και έλαμπε. Είχε αγοράσει την πρώτη του:

–Κατέβα να τη δεις. 
–Ποιαν;
–Τη μηχανή. 
–Μα δεν έχεις ξανακαβαλήσει μήτε παπάκι. Πώς ήρθες;
–Ήρθα!
– Χωρίς δίπλωμα;
–Χωρίς δίπλωμα. Θα το βγάλω στην ώρα του. 

Και το έβγαλε για να αλλάξει μετά με ατέλειωτες δίτροχες διαδρομές τη ζωή του. Τη γεμάτη ατυχίες ζωή του. Σε μια από τις πολλές συζητήσεις μας –στην τελευταία– αυτός, ο ξεχωριστός Δημήτρης, μου φάνηκε ακόμα πιο ξεχωριστός. Με τα προβλήματα υγείας πολλαπλασιασμένα. Για πρώτη φορά απογοητευμένος. Είπαμε πολλά. Μόλις έμεινα μόνος –όταν τα λόγια ήταν ζεστά ακόμα– έκανα αυτό που από επαγγελματική διαστροφή κάνω συχνά: κράτησα σύντομες σημειώσεις. Σήμερα, μετά από χρόνια, τις τράβηξα από το συρτάρι τού σκληρού δίσκου και τις βγάζω για πρώτη φορά στο φως, χωρίς καμιά επεξεργασία –ακριβώς όπως κατέγραψα σαν συντομογραφημένες σημειώσεις τις ζεστές λέξεις. Τιμήστε τις με την ανάγνωσή τους:

Δημήτρης παραιτημένος. «Το μόνο που με νοιάζει είναι να βγάζω λεφτά για να ζω. Τα αναγκαία δηλαδή. Τη βενζίνη για τη μηχανή, το ποτό μου το βράδυ. Μόνος, ποτέ με παρέα πια. Δυο τρία κολλητάρια που είχα δεν μου κάνουν πλέον. Με κουράζουν. Δυο ώρες μαζί είναι δοκιμασία. Καταπίεση. Σαν να φοράω μάσκα για να αντέχω. Δεν με νοιάζει. Ας γίνει ό,τι θέλει. Το περιμένω. Όλα είναι επιλογή. Με ενδιαφέρει μόνο η μηχανή. Να έχω να τη συντηρώ. Είναι διέξοδος, αν και δεν με ενδιαφέρει να έχω διέξοδο. Κατάθλιψη; Δεν υπάρχει αυτό. Δεν είναι αρρώστια. Είναι εφεύρημα των γιατρών για να γράφουν φάρμακα και να παίρνουν φράγκα. Πίνω. Και καβαλάω τη μηχανή ανάλαφρος. Σαν μπαλαρίνα. Τότε της τα δίνω όλα. Την ξεζουμίζω. Φοράω κράνος. Βλέπεις; Κάπου προσέχω και ας μη με νοιάζει για το τι θα γίνει. Ακόμα φοράω δηλαδή, δεν ξέρω αν το κάνω και μεθαύριο. Το κράνος βοηθάει για να μη σκορπίσει το μυαλό μου. Ξέρεις, νομίζω ότι μπορεί να σκορπίσει χωρίς φαινομενική αιτία. Έτσι, να κάνει ένα μπραφ και να ανοίξει το μυαλό σαν ποκ κορν. Κάνω πλέον διακοπές μόνος, βγαίνω μόνος. Δεν αντέχω το "υπάρχουν και χειρότερα". Ναι, αλλά υπάρχουν και καλύτερα. Ο άλλος ζει με το γιοτ και την πληρωμένη γκόμενα. Δεν κάνω παρέες. Ανοίγω την τηλεόραση χωρίς να βλέπω. Έτσι, για να ακούγεται μια φωνή στο δωμάτιο».

Αυτά τα λίγα συγκράτησα από τα πολλά που είπαμε -που είπε για την ακρίβεια, άλλοτε καθιστός, άλλοτε βηματίζοντας και με βλέμμα που σπίθιζε. Δεν μπορούσα να φανταστώ τότε ότι μερικά χρόνια μετά θα τα αφιέρωνα σαν λουλούδια στη μνήμη του. Στη μνήμη του Δημήτρη που σήμερα θα γιόρταζε. Ή που μπορεί και να γιορτάζει, Εκεί.

Διον. Βραϊμάκης

Ακολουθήσετε το μπλογκ στη σελίδα του στο faceboook, δηλώστε το αν σας αρέσει