Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018

Ο Κάρολος, το μαρμελόπαιδο

Κάρολος είναι ψηλός, πολύ ψηλός. «Και έχει ωραία μάτια αυτό το παιδάκι, γαλάζια μάτια σαν το λουλάκι», έχει πει η θεία Ποθητή – «Ποθέτα», τη λένε όλοι στο σπίτι. Ο Κάρολος είναι πλούσιος. Έτσι φαίνεται. Φαίνεται να είναι
πλούσιος. Και τον λένε μαρμελόπαιδο και βουτυρόπαιδο στο σκολείο. Και άλλο τον λένε: βουτυρομπεμπέ. Να δείτε πώς νευριάζει ο Κάρολος. Σφίγγει τις μπουνιές του και ορμάει. «Πούστη, κωλόπαιδο, μαλακισμένο», βρίζει και κουνάει τις γροθιές του εδώ και εκεί. Ούτε ξέρει πού βαράει. «Τώρα θα δεις ποιος είναι μαρμελόπαιδο, ρε γαμιόλη»! Ξέρει τέτοιες λέξεις ο Κάρολος, ουουουου, εκατό χιλιάδες! Και μου τις μαθαίνει, «μην σε περνάνε για μαλακισμένο, να τους βρίζεις», μου λέει. «Άμα σε πούνε μαλάκα εσύ να τους λες Πιάσ’ την μου και λάκα. Τότε αυτός θα σου πει Την πιάνω, τη λακώνω, στον κώλο σου τη χώνω. Και εσύ θα του πεις Όσο μιλάς τόσο σου μπαίνει. Και αυτός θα σου πει Όσο μιλάω και όσο μιλάς τόσο σου μπαίνει. Και εσύ θα του πεις Όσο ανασαίνεις τόσο σου μπαίνει. Και αυτός θα σου πει Ό,τι είπες και ό,τι είπα παρ’ τον πούλο μου για πίπα. Και εσύ θα τους πεις Κλάιν, μάιν φάιν, πουτς».


Εγώ όμως δεν τα λέω αυτά. Τα ξέρω που τα λένε άλλα παιδιά αλλά δεν λέω. Γιατί δεν κάνει να βρίζω. Έτσι μου λένε. Από μικρό μου το λένε. Ο Κάρολος όλη την ώρα τσακώνεται. Ξύλο παίζει και λερώνει τα καθαρά του ρούχα. Πολύ καθαρά είναι. Κοιτάω να δω πού έχουν μπάλωμα και δεν βλέπω. Ούτε στον ποπό ούτε στην τσέπη ούτε στα γόνατα. Γιατί ο Κάρολος φοράει μακριά παντελόνια, σα μεγάλος. Εμείς φοράμε κοντά. Εκείνος πού και πού φοράει κοντά. Αλλά ωραία είναι και αυτά, όχι σαν τα δικά μας. Τα ρούχα του Κάρολου είναι πολύ πολύ πολύ σιδερωμένα. Αλλά το πρωί μόνο είναι καθαρά και σιδερωμένα. Το μεσημέρι τα έχει κάνει με χώματα. Και με αίματα τα γεμίζει. Γιατί παλεύει ο Κάρολος. Τον Κάρολο τον πειράζουν και παλεύει. Του λένε και για την αδερφή του, τη Μαρκέλλα. «Ρε, πες της να την πιάσω γκόμενα», του φωνάζουν τα μεγάλα παιδιά, της Πέμπτης. «Πιάσε μου το αρχίδι καλύτερα», λέει ο Κάρολος και τους φτύνει. Να κάτι ροχάλες, τάλιρα είναι. Μεγάλα που είναι τα τάλιρα,  τα λεφτά τα τάλιρα εννοώ! Στα κάλαντα όταν καμιάαααααα φορά μου δίνουν τάλιρο το νιώθω μέσα στη φουχτίτσα μου. Πω πω μεγάλο που είναι! Και μετά, όταν βγαίνω από το σπίτι που είπα τα κάλαντα, το κοιτάω. Το κοιτάω και δεν το χορταίνω. Έχει ένα καραφλό κεφάλι από τη μια μεριά. Του βασιλιά το κεφάλι είναι. Του Παύλου. «Του βασιλιά μας», που λέει και η κυρά Μαρίτσα. Αυτή που δεν χωνεύει τον κυρ Μανώλη τον Κουκουέ και όλους τους Κουκουέδες. «Φονιάδες» τους λέει. Και στριγκλίζει.

Κάτι παθαίνει η κυρά Μαρίτσα όταν λέει «Κουκουές». Γεροντοκόρη είναι η κυρά Μαρίτσα. «Η καημένη έχασε τον αρραβωνιαστικό της στον εμφύλιο». Έτσι έχω ακούσει να λένε. Δεν θυμάμαι ποιος το είπε. Μπορεί η μαμά να το έχει πει. Μπορεί και η κυρά Κική. Μάλλον το είπε η θεία Ποθητή που τους κάνει ξεπατικωσούρα όλους. Η κυρά Μαρίτσα δεν έχει άνδρα. Ένα κλειστό δωμάτιο έχει. Με κλειστά παράθυρα, κλειστή πόρτα που κουνιέται. Ξύλινη πόρτα, «χάρβαλο είναι, έτοιμη να πέσει», λέει η θεία Ποθητή. Όλα τα βλέπει εκείνη όταν έρχεται από τον Πειραιά και μένει σπίτι μας. Και όλο λιβανίζει η κυρά Μαρίτσα. Κλειστό είναι το δωματιάκι της αλλά μυρίζει λιβάνι απέξω. Και όλο βρίζει από μέσα. «Φονιάδες συμμορίτες», λέει. Και ο Παντελής ο Τσιβόγιαννος της πετάει πέτρες στην πόρτα με την παρέα του. «Συμμορία», τη λένε οι μεγάλοι. Ο Παντελής ο Τσιβόγιαννος είναι άγριος. Κακός μαθητής και άγριος. Αλήτρα! Όλοι τον φοβόμαστε. Όλοι. Γιατί είναι αρχηγός της συμμορίας ο Παντελής. Ψηλός σαν άντρας είναι. Γιατί είναι άντρας. Όλα στην ίδια τάξη μένει. «Κάθε τάξη δυο χρονιές. Θα βγάλει πρώτα το στρατιωτικό και μετά το Δημοτικό», λένε οι μεγάλοι. Και έχει χοντρά χέρια ο Παντελής ο Τσιβόγιαννος. Με βρώμικα νύχια είναι τα χέρια του. Βρώμικα είναι και τα παπούτσια του τα πάνινα με τη λαστιχένια σόλα. Βρώμικα και σκισμένα. Βρωμάνε πολύ οι ελβιέλες του.
Στην τάξη του μια φορά – που είναι πιο μεγάλη τάξη από εμένα, ουουουου πολύ πιο μεγάλη – έβγαλε τα παπούτσια του και κουνούσε τα πόδια του και έκανε πλάκα. Επειδή όλοι άρχισαν να κρατάνε τη μύτη τους έκανε πλάκα. Και ο δάσκαλος πήγε να την κρατήσει, αλλά δεν την κράτησε. Έκανε ότι δεν κατάλαβε. Άνοιξε μόνο το παράθυρο. Δεν του μιλάει του Τσιβόγιαννου κανείς. Ούτε ο δάσκαλος. Τον φοβάται και ο δάσκαλος, φαίνεται. Και ο Τσιβόγιαννος γελάει με το σπασμένο του δόντι. Όλη την ώρα βάζει τη γλώσσα πάνω στο σπασμένο δόντι. Σφιχτά τη βάζει και εκείνη κοκκινίζει, άσκημη γίνεται και άγρια. Λένε πως το είχε σπάσει μόνος του το δόντι για να είναι πιο άγριος. Λένε, δεν ξέρω. Ούτε ξέρω αν είναι αλήθεια ότι έχει σουγιά. Στην τσέπη τον έχει και όλο τον χαϊδεύει απέξω. Έτσι λένε, αλλά εγώ δεν έχω δει τον σουγιά. 
Στο σκολείο ο Τσιβόγιαννος και η συμμορία παίζουν μόνοι τους. Άσκημα παίζουν. Βάζουν τρικλοποδιές ο ένας στον άλλον και πέφτουν. Όλο αίματα είναι τα γόνατά τους. Ξερά αίματα και από πάνω από τα ξερά βγαίνουν άλλα αίματα. Όλο αίματα και κακάδια είναι τα πόδια τους. Και μετά πάνε και βάζουν τρικλοποδιές στα άλλα παιδιά. Και μετά τα πιάνουν από το λαιμό, από το σβέρκο τα πιάνουν. Σφίγγουν με το ένα χέρι το σβέρκο – κεφαλοκλείδωμα λέγεται αυτό. Σφίγγουν μέχρι να τους πει ο άλλος «ήμαρτον». Ή «ήμαρτον ρε μαλάκα, πονάω». Μανουλίτσα μου πρέπει να πονάνε. Πολύ να πονάνε. Έτσι μου φαίνεται. Γιατί τα παιδιά πέφτουν κάτω και κλαίνε. Χάλια είναι. Χάλια. Και τα λυπάμαι. Κλαίνε και λένε «θα πάω να το πω στο δάσκαλο ρε, θα δεις. Θα δεις τι έχει να σου κάνει ο δάσκαλος». Και ο Τσιβόγιαννος τους δείχνει το πουλί του. Με τα δυο του χέρια τούς το δείχνει και τεντώνεται στα δυο του πόδια για να φαίνεται πιο ψηλός. Κατεβάζει από ψηλά τα χέρια του και τους το δείχνει. «Να και αν πας, να και αν δεν πας», τους λέει και εκείνοι, να, δεν πάνε.

Ο πατέρας του Κάρολου και της Μαρκέλλας, ο κύριος Πάνος, διαβάζει τον Ελεύθερο Κόσμο. Το είδα που είχε ανοικτή την εφημερίδα και μέσα είχε βάλει το κεφάλι του. «Καλημέρα σας κύριε Πάνο», του είπα. «Γεια σου παιδί μου», μου είπε αλλά δεν με κοίταξε. Καθόλου δεν με κοίταξε. Έχω ακούσει τον πατέρα να μιλάει σιγά για τον κύριο Πάνο. Πολύ σιγά. «Ήταν δοσίλογος, έχει καταδώσει αυτός κόσμο και κοσμάκη». Έτσι έχω ακούσει να λέει. Το θυμάμαι, στυπόχαρτο είναι το αυτί μου. Και μαυραγορίτη έχω ακούσει να τον λέει. Αλλά δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό. Κακό είναι μάλλον. Ενώ η κυρία Σίσι που είναι η μαμά του Κάρολου δεν είναι κακιά. Και όμορφο όνομα έχει! Σίσι, σαν το σινεμά. Η Βασίλισσα Σίσι. Κάθε χρόνο βλέπουμε καινούργιο έργο για τη Σίσι τη βασίλισσα. Και βλέπουμε τη συνέχεια τον επόμενο χρόνο. Καλοκαίρι πηγαίνουμε σινεμά. Ελληνικά βλέπουμε. Τον Μανέλη, τον Φωτόπουλο, τον Φούντα, τον Μπάρκουλη, ουουουου, όλους τους βλέπουμε. Ο Μπάρκουλης πολύ αρέσει στα κορίτσια. Αλλά εμένα μου αρέσει ο Κακαβάς. Πιο καλός μου φαίνεται. Πιο καλός κύριος. Αγαπάει πιο όμορφα τις γυναίκες. Δεν τις κοροϊδεύει όπως ο Μπάρκουλης.

H μαμά τρελαίνεται για τη Βασίλισσα Σίσι. Κάθε χρόνο τρελαίνεται. Όπως και η θεία Αλέκα. Και για την Ελίζα Μπεθ Τέιλορ τρελαίνονται. ΄Ετσι νομίζω τη λένε: Ελίζα Μπεθ Τέιλορ. Ή Ελίζαμπε Θτέιλορ. Κάπως έτσι δηλαδή. «Τι αρχοντική, τι αριστοκρατική», έλεγαν όταν βγήκαμε από το σινεμά. Νομίζω πως σκούπιζαν και τα μάτια τους. Από τα δάκρυα τα σκούπιζαν. Αρχοντική είναι και η κυρία Σίσι, η μαμά του Κάρολου. «Του Καρόλου», λέει η γιαγιά του. Όχι «του Κάρολου». Βάζει τον τόνο στο ό. Έτσι πάντα αλλάζει τον τόνο και δεν ξέρω γιατί: του Καρόόόόλου. Μου φαίνεται έτσι πιο μεγάλος ο Κάρολος. Πιο ψηλός. Πιο μακρύς. Σαν αρχοντόπουλο μου φαίνεται με τον τόνο στο ό. Του Καρόοοολου! Αλλά εμένα μου αρέσει να τον λέω «του Κάρολου».

Ο Κάρολος δεν φοβόταν τον Τσιβόγιαννο. Έτσι μου φαίνεται. Αλλά χτες. Πω πω μανουλίτσα μου τι έγινε χτες. Στο σκόλασμα έγινε. Η παρέα του Τσιβόγιαννου έπαιζε με τις τσάντες της. Ο ένας την πετούσε δυνατά στον άλλον. Μεγάλες τσάντες, σχισμένες ήταν. Και βαριές. Ένας έριξε την τσάντα στο κεφάλι του Κάρολου. «Ωχ, κατά λάθος, βοτυρόπαιδο, δεν το ήθελα», είπε αυτός που την έριξε στον Κάρολο. Αλλά μετά του πέταξε και άλλος την τσάντα. «Ωχ, κατά λάθος κωλόπαιδο με την ωραία αδερφή», του είπε αυτός. Πω πω πώς αγρίεψε ο Κάρολος. Πέταξε την τσάντα του στο χώμα και άνοιξε τα χέρια του. Σφιγμένες ήταν οι γροθιές του και τρέμανε. Άνοιξε και τα πόδια του. «Γαμιόληδες, της μάνας σας το μουνί». Δεν ξέρω, αλλά έτσι βρίζουν. Όλα τα παιδιά όταν θυμώνουνε βρίζουν τις μάνες και τα άλλα βρίζουν πάλι τις μάνες αυτών που βρίζουν τις μάνες τους. «Και της δικιάς μου μάνας, ρε»; ρώτησε ο Τσιβόγιαννος. Ήρεμος μου φαινόταν. Πολύ ήρεμος. Αλλά δεν ήταν τα μάτια του ήρεμα. Νομίζω πως ήταν κόκκινα. Σαν να ήθελαν να κλάψουν. Μάλλον σαν να είχαν αίμα αντί για δάκρυα λέω εγώ. «Και της δικιάς σου της πουτάνας ρε!» φώναξε ο Κάρολος και έσφιξε τις μπουνιές του πιο δυνατά. «Θα σου γαμήσω το σπίτι το βουτυρένιο και το μουνί της αδερφής σου της καριόλας» φώναξε ο Παντελής ο Τσιβόγιαννος. Με σφιγμένα τα δόντια το φώναξε. Και του όρμηξε. Τον έπιασε κεφαλοκλείδωμα και του έσφιγγε το λαιμό. Δυνατά το έσφιγγε. «Πες ήμαρτον ρε κωλόπαιδο!» Ο Κάρολος χτυπούσε με τις μπουνιές του τη μέση του Τσιβόγιαννου. «Της μάνας σου το μουνί, θα πω», του είπε ο Κάρολος. «Τη μάνα μου με την πιάνεις στο στόμα σου ρε μουνόφτυμα!» είπε ο Τσιβόγιαννος. Μου φάνηκε πως έτρεμε ο Κάρολος. Από πόνο έτρεμε. Και από θυμό. «Της μάνας σου το μουνί», ξανάπε και πέρασε το πόδι του μπροστά από το πόδι σου Παντελή. Τρικλοποδιά του ΄βαλε.

Μπουμπ, πέσανε και οι δυο στο χώμα. Ο Τσιβόγιαννος τον έβαλε πλάτη, τον καβάλησε στο στήθος και άρχισε να τον χτυπάει μπουνιές. Στο πρόσωπο τον χτυπούσε. Τα παιδιά μαζευτήκαμε γύρω γύρω. Κύκλο κάναμε και φωνάζαμε. «Ρίχτου, ρίχτου και άλλες!» Δεν φώναζαν όλα τα παιδιά «ρίχτου και άλλες», οι φίλοι τού Τσιβόγιαννου φώναζαν και χοροπηδούσαν. Σαν Ινδιάνοι χοροπηδούσαν. Σαν Ινδιάνοι γύρω από τη φωτιά. Όπως στα καουμπόικα. Και τα άλλα παιδιά χοροπηδούσαν και φώναζαν μαζί. «Δυνατά Κάρολε. Ριχτου, βαρ’ του Κάρολε». Ο Κάρολος του έριξε μια με το γόνατο στα μαλακά του, εκεί που είναι το πουλί του τού έριξε. «Στα αχαμνά του», που λέει και ο πατέρας. «Πρόσεξε μη χτυπήσεις τα αχαμνά σου στη μπάλα. Μη φας καμιά κλωτσιά. Μπορεί και να πεθάνεις», μου λέει συνέχεια ο μπαμπάς.

Ο Τσιβόγιαννος έκανε «ωχ μάνα μου, πούστη με πέθανες, γαμώ το μουνί της αδερφής σου», και κύλησε στο χώμα. Μαζί του και ο Κάρολος κύλησε. Μπουνιές, πέτρες, χώμα. Ο Κάρολος τον δάγκωνε κιόλας. «Μόνο οι  γυναίκες δαγκώνουν ρε κωλόπαιδο», φώναξε ο Παντελής αλλά ο Κάρολος δεν άκουγε. Μανουλίτσα μου πόσο άγριος ήταν. Και το αίμα έτρεχε από τη μύτη του. Πολύ αίμα. Λάσπη έγινε το χώμα εκεί που έτρεχε το αίμα. Και γύρω γύρω βρώμικες ελβιέλες που χοροπηδούσαν στο χώμα. Άσπρες ελβιέλες που ήταν καφέ από το χώμα. Χωρίς κορδόνια ελβιέλες. Τις κοιτούσα που τρίβονταν στο χώμα. «Σκότωσέ τον Τσιβόγιαννε!» Οι ελβιέλες το φώναξαν που ήταν σχισμένες και τα δαχτυλάκια, τα μικρά δαχτυλάκια, έβγαιναν έξω από το πανί. Στις περισσότερες έβγαιναν έξω. Δεν το φώναξαν οι ελβιέλες, τα παιδιά που τις φορούσαν το φώναξαν αλλά ήταν σαν να το ΄λεγαν οι ελβιέλες. «Θα σε λιώσω πουστόπαιδο», είπε και οι άλλοι φώναζαν «το σουγιά Τσιβόγιαννε, χώσ’ του με το σουγιά». Αλλά ο Τσιβόγιαννος δεν έβγαλε τον σουγιά. Μόνο άρπαξε μια κοτρόνα. Μεγάλη ήταν. Όχι πολύ μεγάλη, αλλά μεγάλη. «Καριόλη θα σε λιώσω», είπε και σήκωσε το χέρι. Οι σχισμένες ελβιέλες που χοροπηδούσαν σταμάτησαν να χοροπηδάνε. Δεν φώναζαν πια.

Κοιτούσαμε ψηλά, τη σηκωμένη κοτρόνα. Ιδρωμένοι κοιτούσαμε και λαχανιασμένοι. Με τρόμο. Μανουλίτσα μου και ο Κάρολος σταμάτησε να παλεύει. Πω πω πώς ήταν τα ματάκια του. Θυμήθηκα τη θεία την Ποθητή που λέει «έχει και γαλάζια  μάτια αυτό το παιδάκι, σαν λουλάκι». Το λέει γιατί το λουλάκι είναι μπλε.

Εγώ έβλεπα τα μάτια του Κάρολου που δεν ήταν ωραία τότε που κοιτούσαν τον Τσιβόγιαννο. Περίεργα μου φάνηκαν. Σαν τα μάτια του δράκουλα. Πόνο είχαν. Και τσαντίλα είχαν. Μάλλον δεν είχαν πόνο και τσαντίλα. Φόβο είχαν τα ματάκια του Κάρολου. Και παρακαλετό είχαν. Μόνο αυτά παρακαλούσαν, όχι το στόμα του. Και έκλεισαν τα μάτια του όταν ο Τσιβόγιαννος τον χτύπησε με την πέτρα στο κεφάλι. Την κατέβασε στο κεφάλι του και τον χτύπησε. Πετάχτηκε δυνατά το αίμα. Ως τις ελβιέλες πετάχτηκε και τις πιτσίλησε. «Μαλάκα, τον σκότωσες!» του είπαν οι φίλοι του, η συμμορία τού το είπε. «Πάμε να φύγουμε, ρε. Θα έρθει η αστυνομία, πάμε».

Ο Τσιβόγιαννος δεν έτρεξε να φύγει. Μόνο τα άλλα παιδιά έφυγαν. Τρέχοντας έφυγαν. Άδειασε το σκολείο. Μόνο ο Τσιβόγιαννος έμεινε. Σηκώθηκε και τίναξε τα ρούχα του. Λίγο τα τίναξε. Δεν τον ένοιαζε που είχαν χώμα. «Για να μάθεις να μη βρίζεις τη μάνα μου ρε, στο μνήμα είναι, μη τη βρίζεις μαρμελόπαιδο». Και έφυγε αργά αργά και έμεινα μόνος με τον Κάρολο. Σαν πεθαμένος ήταν. Αλλά δεν ήταν πεθαμένος. Ούτε πέθανε. «Κάρολε, Καρολάκι σήκω Κάρολε, σήκω, τι έπαθες;», του έλεγα και έκλαιγα. Δεν ξέρω γιατί έκλαιγα. Γιατί φοβόμουν. Ότι θα πεθάνει φοβόμουν και έκλαιγα. Τον αγκάλιασα γονατισμένος και του έλεγα «σήκω Κάρολε, σήκω να πάμε σπίτι σου,  σήκω Καρολάκι». Έκλαιγα και δεν είδα το κοντό ποδαράκι τής κουτσής δασκάλας μας, της κυρίας Κλειώς, που κρεμόταν δίπλα μου. «Τι έγινε εδώ, τι πάθετε;» ρώτησε η κυρία Κλειώ. Δεν το ρώτησε άγρια ούτε θυμωμένα. Ούτε τη βίτσα κρατούσε. Μου φάνηκε πως έτρεμε η φωνή της. Και η δικιά μου έτρεμε όταν της είπα «δεν παίζαμε μπάλα κυρία, δεν παίζαμε» γιατί δεν μας άφηνε να παίζουμε μπάλα μην κουτσαθούμε σαν και αυτή. Αλλά δε με ρώτησε η κυρία τι κάναμε αφού δεν παίζαμε μπάλα. «Περίμενε εδώ, μη φύγεις. Περίμενε να τηλεφωνήσω στο ασθενοφόρο», μου είπε και έφυγε. Κούτσα κούτσα έφυγε αλλά γρήγορο κούτσα κούτσα. Σαν να έτρεχε ήταν. Και το κορμάκι της πήγαινε μια από εδώ, μια από εκεί. Ώσπου μπήκε μέσα στο σκολείο για να τηλεφωνήσει. Στο ασθενοφόρο να τηλεφωνήσει.

Μαγνητοφώνηση 20 Δεκεμβρίου - Απομαγνητοφώνηση 19 Νοεμβρίου

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΜΠΙΝΟΦΩΝΟΥ ειπώθηκαν από ένα παιδί των πρώτων τάξεων του Δημοτικού, με όσες εκφραστικές δυνατότητες είχε, στο μικρόφωνο ενός ξεχασμένου μπομπιμπφώνου, κρυφά από τη γιαγιά που έβλεπε το περίεργο μηχάνημα σαν «όργανο του διαβόλου». Η ίδια η γιαγιά καταχώνιασε τις μπομπίνες σε τριπλομυστικά μέρη της μονοκατοικίας του '60. Και αυτές ανακαλύφθηκαν πριν μερικά χρόνια, σε ένα βράδυ που το φωτεινό φεγγάρι είχε περάσει στη ζώνη της μαγείας. Η ιστορία με τον Κάρολο, το μαρμελόπαιδι, είναι μια από αυτές.