Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Η Αλίκη που γνώρισα

Ο ΑΡΗΣ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΟΥΚΛΑΚΗ 22 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΟΝΤΑ ΤΗΣ

Τη γνώρισα κάπου το 1973 πάνω που ξεκινούσα την καριέρα μου στον Ταχυδρόμο. Αφορμή μια συνέντευξη. Είδα κι έπαθα να με καλεί κάθε τόσο να δούμε ξανά και ξανά την συνέντευξη στην Στησιχόρου γιατί φοβόταν μη
και σ’ αυτήν βρει κάτι ο Δημήτρης που θα τον ενοχλούσε. Αν και είχαν χωρίσει φοβόταν τις εκρήξεις του. Το κατάλαβα όταν μου τηλεφώνησε ένα  βράδυ ο δικηγόρος της ο Γ.Β. Μαγκάκης να σπεύσω στο σπίτι γιατί ο Δημήτρης έσπασε το κουδούνι επειδή δεν του άνοιγε η Αλίκη. Τελικά είχαν μια σχέση οι δυο τους ώστε να μην καταφέρει να ξεπεραστεί από τον χρόνο.

Ήταν λαμπερή, ευαίσθητη, εύθραυστη, ανασφαλής και σκληρή στην δουλειά της. Τελειομανής στα άκρα. Σ’ ένα γύρισμα που κάναμε αφού έριξε μια ματιά στο μόνιτορ έδωσε εντολή να σβήσει από την τεράστια μπάρα με καμιά εκατοστή φώτα του θεάτρου «το τρίτο φως από αριστερά» και με μιας φώτισε αλλιώτικα το πρόσωπό της. Τότε θυμήθηκα αυτό που είχε μου πει ο Παύλος Μάτεσις για την Αλίκη:

«Η Αλίκη ήταν μια πολύ καλή ηθοποιός που πήρε ο Φίνος και την έκαμε σταρ. Και η ηθοποιός από τότε υποτάχτηκε στην σταρ».

Είχε δίκιο. Η Αλίκη διέθετε μια λάμψη μοναδική και μια ιδιαίτερη σχέση με τον φακό όσο καμιά άλλη. Μια άλλη φορά πέρασα από το σπίτι να πάμε στο στούντιο του φωτογράφου κι αγαπημένου φίλου της Κλεισθένη. Φορούσε ένα απλό σκούρο ταγιέρ κι ένα τιρκουάζ μαντήλι στον λαιμό. Ε λοιπόν, «παίζοντας» μ’  αυτό το μαντήλι έβγαλε πάνω από διακόσια διαφορετικά πορτραίτα! Ήταν άπαιχτη!

Όμορφα σαν... τηγανιτές πατάτες

Υπήρξε πολύ αγαπημένη φίλη με την Τζένη Καρέζη. Συμφοιτήτριες στο Εθνικό και κολλητές.
«Θυμάμαι την Τζένη στο Εθνικό να πηγαίνει να συναντήσει τον Σολωμό που τη φλέρταρε. Την περίμενα με καρδιοχτύπι να γυρίσει. ‘‘Πώς πήγε Τζένη; Ήταν όμορφα;’’ ‘‘Τι να σου πω Αλίκη μου! Τόσο όμορφα σαν να... τρως πατάτες τηγανητές’’!

Κουβαλούσε πολλούς στους ώμους της. Ανώνυμους καθημερινούς ανθρώπους που τους στήριζε σε κάθε τους ανάγκη. Μέσα στη χούντα κατάφερε να επιστρέψει στον Μήτσο Κασόλα το διαβατήριο που του είχαν αφαιρέσει για να φύγει από την Ελλάδα.

Τον Δημήτρη τον στήριξε σε μεγάλο διάστημα στην θεατρική του πορεία οσάκις κάποιες παραστάσεις του δεν περπατούσαν. Κι αυτό επειδή θεωρούσε ότι της καταμαρτυρούσε πως η σχέση τους στον κινηματογράφο έβλαψε τη θεατρική του παρουσία.

Γαλήνη εύρισκε στο σπίτι στον Άι Γιάννη τον Θεολόγο. Εκεί πηγαίναμε κάποιοι φίλοι και ο φωτογράφος της ο Κλεισθένης. Η Νότα ήταν η αγαπημένη της που τη φρόντιζε. Γραμματέας αμπιγιέζ, τα πάντα. Για να φτάσεις στην Αλίκη θα ‘πρεπε πρώτα να περάσεις από την Νότα.

Δεν νομίζω ότι ευτύχησε στις σχέσεις της, απ’ όσα ελάχιστα γνωρίζω. Ερωτεύτηκε όμως έναν Κύπριο με τον οποίο παντρεύτηκαν. Απογοητευμένη από τον χωρισμό τους μου ’χε πει «αν είναι δυνατόν να χωρίσει τη γυναίκα του για να παντρευτεί εμένα κι ύστερα να χωρίσει εμένα για να ξαναπαντρευτεί τη γυναίκα του».

Μια ευτυχισμένη περίοδος στη ζωή της ήταν εκείνη με τον Βλάσση Μπονάτσο. «Είναι ο μόνος που με κάνει και γελάω».
Θεωρούσε ότι μια σχέση αγάπης και αμφισβήτησης την έδενε με τον κόσμο. «Να λατρεύουν να με...μισούν ταυτόχρονα».

Ήταν εμμονική στην δίαιτα της. Κάποτε ενώ πηγαίναμε σε κάποιο γύρισμα κάναμε στάση για καφέ. Απέναντί μας μια κυρία που έτρωγε βουλιμικά μια νουγκατίνα λέει στην Αλίκη «δεν φαντάζεστε πόσο σας θαυμάζω», για ν απαντήσει η Αλίκη «εγώ να δείτε πόσο σας θαυμάζω που τρώτε...νουγκατίνα».

Το τελευταίο που θα μπορούσες να διερωτηθείς όσο ήσουν δίπλα της ήταν η ηλικία της. Δεν είχε ηλικία η Αλίκη. Όσα χρόνια τη γνώριζες έμενε η ίδια που πρωτοείδες. Κι έτσι έφυγε. Δίχως ηλικία. Με την λάμψη μόνο.

** Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη σελίδα του Άρη Σκιαδόπουλου στο fb στη σειρά που έχει καθιερώσει με τον γενικό τίτλο «Μνήμες».