Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Πελαγία, μια περιπέτεια ζωής

Ο ΑΡΗΣ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 
ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ, ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΗ ΣΕ ΠΑΛΙΑ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΑ ΝΕΑ

Δεν ήξερε πόσο ήτανε όταν την αντάμωσα. Δεν είχε δα σημασία… Εκεί, κοντά στα εβδομήντα μπορεί. Μελαχρινή με τα μαλλιά μαύρα, χωρίστρα χτενισμένα στο οβάλ. Με τα χέρια κάθε τόσο να τα σταυρώνει, άλλοτε να τα υψώνει σαν
δέηση. Βλέμμα ανήσυχο να γυροφέρνει σαν ψάχνει να κρυφτεί από κάποιο κακό που έρχεται.
Τότες, στον ξεριζωμό, σκόρπισαν οι φαμίλιες. Αλλού ο πατέρας, αλλού η μάνα, αλλού η αδερφή από τον αδερφό.
Κι όταν τα παιδιά έφταναν σε κάποιο λιμάνι, ανήλικα κι ανήξερα, τα ρωτούσαν.
- Πως σε λένε παιδί μου;
- Παναγή...
- Επώνυμο;
- Δεν ξέρω μπάρμπα.
- Τον πατέρα σου μωρέ θυμάσαι πως τον λέγανε;
- Νίκο τον λέγανε.
-Ε λοιπόν εσύ από δω και πέρα θα ’χεις το επώνυμο Νικολαΐδης. Εντάξει; Δεν θα το ξεχάσεις ποτέ πια, γιατί αφού θα θυμάσαι ότι τον πατέρα σου τον λέγανε Νίκο εύκολο να θυμάσαι και το Νικολαΐδης.Εντάξει;
-Εντάξει μπάρμπα.

Έτσι χαθήκανε αδέλφια και γονείς.
Ξανά τώρα στην Πελαγία με το αλαφιασμένο βλέμμα. Είχε εφτά χρόνια που ήρθε από την Πόλη με τον άντρα της τον Γιάννη Ζώτο. Χρόνια, τ’ αδέρφια της έψαχναν να την βρουν. Τους είχαν αλλάξει το επώνυμο και το Γέρανιδης το είχαν κάμει Γεωργιάδης... Θολές οι εικόνες του ξεριζωμού στον νου τής Πελαγίας. Καπνός, φωτιές, αντάρα γύρω της και κάπου χαμένη η μικρή, αβάφτιστη τότε. Κι έτσι έσβησε από τη μνήμη μάνα πατέρα, αδέρφια και σπιτικό...

Εγώ τώρα τι να σας πω; Πάσχιζα να θυμηθώ κι από την πολλή προσπάθεια μ’ έπιανε ένας πόνος - να εδώ, πίσω στο κεφάλι - και δεν έφευγε ούτε ένα κουτί Καλμόλ. Είχα κάτι σαν αρρώστια από τη μεγάλη στεναχώρια… Να μην θυμάμαι πατέρα μάνα; Κανέναν σάς λέω κύριε! Διότι εγώ χάθηκα, δεν είχα ούτε βαφτιστικό ούτε ταυτότητα μηδετίποτα. Και τώρα πόσο χρονονώνε είμαι δεν ξέρω να σας πω… Να τώρα με πιάνει πάλι αυτός ο αναθεματισμένος πονοκέφαλος… Θολά, πολύ θολά θυμάμαι που μας έφερε ένα παπόρι στην Πόλη. Θυμάμαι ακόμα που μας βάλανε όλους κάπου σε μια μεγάλη αίθουσα και το μόνο που ήξερα ήταν ότι ημάστανε από την Τραπεζούντα... Μας βάλανε ύστερα σε ένα μεγάλο σπίτι κι ήτανε λέει κι Αμερικανοί εκεί όπου διάλεγαν παιδιά να τα πάρουν μαζί τους στην Αμερική και τα παιδιά κλαίγανε  «όχι μπάρμπα, όοχιι». Μικρή ήμνε τότες, αλήθεια πολλές φορές το ρωτήθηκα πόσο πρέπει να ’μαι.

...Να μην ξέρω αν έχω αδέρφια; Οι Τούρκοι ρωτούσανε το επώνυμο μου αλλά τι να τους πω; Υστερις με ρώτησαν πώς έλεγαν τον πατέρα μου «Παναγιώτη τον έλεγαν», «Ε τότε θα ’σαι η Παναγιωτίδου». Κι έμεινα Παναγιωτίδου...
...Όπου λες θα με παίρνανε στην Αμερική. Ευτυχώς που κείνη την στιγμή μπήκε μια Ρωμιά κι είπε. «θέλω ένα παιδί για το σπίτι μου». Ήταν μια αρχοντογυναίκα... Πέθανε η καημένη, Θεός σχωρεσ’ την. Δεν μπόραγε όμως να με βγάλει για  τις ήμνε μικρό και με ’βγάλε για λογαριασμό της ένας Τούρκος αστυνόμος, καλός άνθρωπος.

...Μικρο ήμνε και θυμάμαι πως τότες με πήρε η κυρά στο σπίτι της που είχε κούκλες κι έτσι έπαιζα με τις κούκλες.
...Εμένα με βρήκε ο αδερφός μου, ο Γιάννης, πριν λίγο καιρό και δεν συνήλθα από κείνη τη μέρα που ανταμώσαμε, έχω συνέχεια πονοκέφαλο. Να, σήμερα πήγα στον γιατρό και μούδωκε τούτα τα φάρμακα, ένα το πρωί δυο το βράδυ πριν κατακλίσεως… Μεγάλο τούτο μανίτσα μου. Να ’χεις ανθρώπους και να μην το ξέρεις, ε;.. Πολύ κακό.
...Με που με είδε με ρώτησε «Πελαγία εσύ
«Εσείς ποιος είστε αν επιτρέπετε» «Εγώ είμαι ο αδερφός σου, ο Γιαννης». «Εσύ ο γέρος είσαι ο αδερφός μου; Και πάλι θα μου πεις, πώς να μην είσαι γέρος;»

Δεν πάει μήνας που τον αντάμωσα. Είχα ακούσει στο ράδιο ότι ψάχνανε για Πελαγία κι είπα μπας κι είμαι εγώ… Πήγα στον Ερυθρό Σταυρό κι αρχίσανε να με ρωτάνε διάφορα για δουν αν είμαι αυτή που ψάχνουν, να με ρωτάνε για το σπίτι και πώς ήτανε μανίτσα μου το σπίτι… Πού να θυμάμαι, βυζανιάρικο πράμα που ’μουνα; Ένα, μικρό φτωχικό, χωριάτικο σπίτι ήτανε. Φτωχοί χωριάτες ήμασταν... Έτσι σαν σε όνειρο το θυμάμαι κι όχι πολύ γιατί σκοτίζομαι… Πιο πολύ θυμάμαι ένα δένδρο μπροστά στην πόρτα… Το ’χω μπροστά μου αυτό το δέντρο.

Τότε μ’ αναγνώρισε ο αδερφός μου που ήταν εκεί παρών. «Εσυ μωρή είσαι η αδερφή μου», κι είπα ’γω «σχώραμε που κλαίω και σε δυσκολεύω σε ξένους ανθρώπους, αλλά γιατί μ’ αφήσατε χαμένη μέσα στους τουρκαλάδες, δεν με σκεφτήκατε;» Εκείνος μου ’πε «τρέχαμε κι εμείς να σωθούμε, άλλος εδώ κι άλλος εκεί... Σαν ήρταμε όμως στην πατρίδα ψάξαμε ολούθε να σε βρούμε, φάαμε τον τόπο. Εμείς βρεθήκαμε συναμετεξύ μας μα δεν βρήκαμε εσένα… Έτσι Πέθανε απο καημό ο αδερφός ο Γιώργης».

…Τάραξα απ’ το κακό μου, δεν ματάρθα ακόμα στον εαυτό μου… Με τους γιατρούς είμαι... Δεν είδα ακόμα την αδερφή μου... Είναι στην Νάουσα και θα με πάρουνε εκεί… Το τι χαρές γενήκανε την Κυριακή στο σπίτι, που να στα λέω! Θα μου κάμουνανε υποδοχή λέει σαν ναι ’μια -ξέρεις τώρα στα χωριά-βασίλισσα! Φοβάμαι μην μου ’ρθει καλπάζουσα από την χαρά. Τι σου είναι η ζωή!
Τόσα χρόνια με είχε στο σπίτι της η κυρία Κορνηλία Γαλανού... Υστέρα με πήραν κοντά τα παιδιά της... Αυτοί ήταν η φαμίλια μου… Ρώτησα προψές τον Γιάννη πώς πέθανε η μάνα μας και μου ’πε ότι είχε μια κακιά αρρώστια… Για τον πατέρα δεν ρώτησα..
Μα τι να ρωτάς για τους χαμένους αφού δεν ξέρεις για τους ζωντανούς... Ήρθε η ώρα να πάρω τα χάπια μου…
- Γεια σου κυρά Πελαγία
- Και με το συγνώμη, πού τα δημοσιεύσεις όλα αυτά;
Δημοσιεύτηκαν σε μια έρευνα για τους κάθε λογής αγνοούμενους στα ΝΕΑ.

** Το κείμενο του Άρη Σκιαδόπουλου, που έχει ανασυρθεί από τα παλιά δημοσιεύματά του στο Νέα, αναρτήθηκε στη σελίδα του στο facebook. Είναι το 33ο στη σειρά Μνήμη. Μετά από αυτό ανέβασε στη σελίδα του και το 34ο που αφορά μια δυσάρεστη προσωπική περιπέτεια που «ευτυχώς βαίνει προς το τέλος». Δείτε εδώ συγκεντρωμένες προηγούμενες «Μνήμες» ρου Άρη (και άλλα κείμενά του) που έχει δημοσιεύσει ο Harddog με την άδειά του. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΝ HARDDOG:
Άρης Σκιαδόπουλος: Αποχαιρετισμός στον Θράσο

Ακολουθήστε το μπλογκ στο facebook και κάνετε like, αν σας αρέσει, πατώντας εδώ