Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Η γυναίκα με τη θλίψη στο βλέμμα

της ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΔΟΥΣΗ
Μπήκε μια γυναίκα χτες στο τρένο, στάθηκε για λίγο διακριτικά έως ότου κάποιος της δώσει τη θέση του, κάθισε απέναντί μου, μου ήταν αδύνατον να μην την κοιτάω όπως το βλέμμα της πλανήθηκε κάπου και άρχισε να
βουρκώνει χωρίς νομίζω και η ίδια να το καταλαβαίνει...
Αν ήμουν ζωγράφος θα τη ζωγράφιζα, αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα γι αυτήν, δεν είμαι τίποτ' απ' αυτά, παρατηρητής της ζωής και των ανθρώπων είμαι και ως τέτοιος μόνο να προσπαθήσω να περιγράψω με άτσαλες λέξεις μπορώ το υποθετικό έργο μου.
Ευθυτενής κι αγέρωχη στη στάση, γεμάτη θλίψη στο βλέμμα. Μεγαλειώδης συνδυασμός και καθόλου αταίριαστος, αντιθέτως...
Μάλλον ο πιο αυθεντικός.

Πολύ συχνά οι μεγάλοι άνθρωποι έχουν θλίψη στο βλέμμα, είναι μια θλίψη απόλυτη, δυσερμήνευτη, δεν ξέρεις αν προέρχεται απ' όσα έγιναν στη ζωή τους, απ' όσα δεν έγιναν ή από το ίδιο το γεγονός ότι η ζωή τελειώνει γι αυτούς. Η θλίψη είναι κάτι που έρχεται και αποικεί σταδιακά το βλέμμα μας όσο μεγαλώνουμε. Απλώς δεν τη διακρίνουμε εμείς οι ίδιοι, επειδή συνηθίζουμε τον εαυτό μας θλιμμένο στον καθρέπτη, η αλλαγή είναι ανεπαίσθητη καθώς συντελείται σταδιακά, μέρα με τη μέρα, λεπτό με το λεπτό.

Η θλίψη είναι αυτό που μπαίνει να γεμίσει το χώρο που αφήνουν πίσω τους, φεύγοντας, οι προσδοκίες:
Για μια καλύτερη ζωή, για έναν καλύτερο κόσμο, για καλύτερους ανθρώπους, για λίγη ευτυχία βασικά, νομίζω αυτό είναι το πιο σημαντικό. Η ευτυχία, μην ξεχνάτε, δεν είναι συνάρτηση μόνο των προσωπικών μας συνθηκών, αλλά και του κόσμου γύρω μας. Αν δεν είσαι τελειωμένος από εγωπάθεια  δεν μπορείς να είσαι ευτυχής σε έναν κόσμο σαν το δικό μας, ακόμα κι αν οι δικές σου συνθήκες είναι οι καλύτερες.

Οι άνθρωποι δεν είμαστε νησιά... Είμαστε μάλλον βαρκούλες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, που παραδέρνουμε σε μια ανοιχτή θάλασσα αναζητώντας στεριές για να σταθούμε, για λίγο ή πολύ.
Μαθαίνεις διάφορα πράγματα για τις στεριές μεγαλώνοντας. Μαθαίνεις, ας πούμε, ότι οι πιο ελκυστικές στην όψη είναι συχνά και αυτές που κρύβουν τους μεγαλύτερους κινδύνους. Κι ότι οι πιο πολλά υποσχόμενες είναι κι αυτές που απογοητεύουν περισσότερο.

Τα είχε πει κι ο Όμηρος αυτά, ξύπνιος ο Όμηρος, βάζοντας τον Οδυσσέα να παραδέρνει ανάμεσα σε ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου, του είχε παράλληλα ρυθμίσει το τζιπιες με απώτερο στόχο την ευτυχία, τη γαλήνη και την ασφάλεια της επιστροφής στον ιδεατό του επίγειο παράδεισο.
Έτσι αγέρωχα διήλθε και ο Οδυσσέας των δυσκολιών, μόνο που στη δική του περίπτωση αυτό ήταν επειδή είχε προορισμό κι επειδή ο δημιουργός του ήξερε εξ αρχής ότι στο τέλος θα τα καταφέρει.
Στην περίπτωση των πραγματικών ανθρώπων, όσοι παραμένουν υψαύχενες μέχρι το τέλος, απλώς κουβαλάνε επάνω τους όλη τη χαμένη αξιοπρέπεια των υπολοίπων. Ίσως γι αυτό να είναι και οι πιο θλιμμένοι.

Την ήττα την τρως έτσι κι αλλιώς, η ζωή ολόκληρη είναι μια διαρκής ήττα με ενδιάμεσες ψευδαισθήσεις νικών ή θριάμβων. Κανείς δεν κερδίζει, είναι σικέ το ματς, το μόνο βάριαμπλ είναι πόσα γκολ θα φας κατά τη διάρκειά του.
Τεράστια ιστορία να τρως τα γκολ με το κεφάλι ψηλά. 
Η μόνη πραγματική νίκη ίσως.

Ακολουθήστε το μπλογκ στο facebook και κάνετε like, αν σας αρέσει, πατώντας εδώ