Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Μια περιπετειώδης δημοσιογραφική αποστολή τού Άρη στο Ισραήλ

Ο ΑΡΗΣ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΜΙΑΣ ΕΒΡΑΙΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΣ ΜΑΝΑΣ ΠΟΥ ΕΧΑΣΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ - ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ

Δεν θυμάμαι ακριβώς την χρονιά. Είχε εγκρίνει η ΕΡΤ την πρόταση μου για την παρουσίαση εφτά εκπομπών στη Μεγαλοβδομάδα με θέμα την ρεπορταζιακή παράθεση του Ευαγγελίου. Με λίγα λόγια τα γεγονότα που
σημάδεψαν το δρόμο του Μαρτυρίου ως τη μέρα της Ανάστασης, καθώς και οι χώροι που συντελέστηκαν. Την παραγωγή ανέλαβε ο φίλος μου Γιώργος Εμιρζάς. Το συνεργείο είχε προηγηθεί.. Όταν έφθασα στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν με περίμεναν αναστατωμένοι. Την προηγούμενη νύχτα είχαν τινάξει το βαν που είχαμε νοικιάσει για τα γυρίσματα. Αναμενόμενο μιας και Εγώ ήμουν στοχοποιημένος από προηγούμενες επισκέψεις μου. Δόθηκαν οι καταθέσεις, δεδομένου ότι το βαν είχε νοικιαστεί από εβραϊκό γραφείο, και μας πρότειναν: Δεν θα αλλάζαμε γραφείο αλλά αυτήν την φορά θα μας παραχωρούσαν νέο βαν με... Παλαιστίνιο οδηγό.

Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα κι όλο και κάποιοι… περίεργοι παρίσταντο. Αναμενόμενο κι αυτό. Ξέραμε δα που βρισκόμαστε. Ήταν και μέρες που μια ομάδα ακραίων ενστίκτων Εβραίων, αυτοί με τα κοτσιδάκια, είχαν κάμει κατάληψη σ’ έναν ξενώνα που ανήκε στο Πατριαρχείο.
Μέρα της Μ.Παρασκευης σκέφθηκα ότι θα ’πρεπε να την αφιερώσω στην πάσχουσα μάνα που έχασε το παιδί της κάτω από συνθήκες βίας. Μέσα από πολιτικούς αριστερούς κύκλους εντοπίσαμε μια Εβραία μάνα και μια Παλαιστίνια.

Η συνάντηση με την Εβραία έγινε στη νέα πόλη της Ιερουσαλήμ. Ήταν μια κυρία ανοιχτόχρωμη με γλυκά χαρακτηριστικά και έναν αδιόρατο πόνο στο βλέμμα. Θυμόταν και την παραμικρή λεπτομέρεια του μονάκριβου της. Πώς μπουσουλούσε αγκαλιάζοντας τα ποδιά της, ύστερα πώς μουμουιδιζε στο πρόσωπο της, μετά αργότερα, πώς ήθελε να γίνει πυροσβέστης και πώς στο τέλος σπούδασε πολιτικές επιστήμες. Σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι...

«Ξέρετε τι κατάρα είναι αυτή που μας καταδιώκει; Να ξυπνάμε και να κοιμόμαστε με ένα όπλο; Τι εφιάλτης είναι αυτός; Όποια μάνα έχασε παιδί το ξέρει καλά… Δεν μπορεί ποτέ να το ξεπεράσει. Να ζω κάθε μέρα με το πότε θα ’ρθει η ώρα να πάω στο τάφο… .Να του μιλάω. Του μιλάω Εγώ κι απαντάω Εγώ για λογαριασμό του... Ήταν μνηστευμένος… Η κοπέλα πήρε τον δρόμο της, καλά έκαμε. Η μάνα μένει. Κι είναι κατάρα να μένει η μάνα πίσω. Και πάντα σκέφτομαι μια άλλη μάνα, από την άλλη πλευρά, που έχασε το παιδί της. Γιατί όλες οι μάνες είναι ίδιες».

Καταφέραμε με ξεχωριστά οχήματα και με μεγάλες δυσκολίες να περάσουμε στα Κατεχόμενα. Βρέθηκα σ’ ένα καλντερίμι... Σπίτια φτιαγμένα πρόχειρα με τσιμεντόλιθους και ρούχα απλωμένα από τη μια άκρη ώς την άλλη. Κάτω να κυλάνε βρωμόνερα. Μας περίμενε μια μαυροντυμένη που λες δεν είχε ηλικία. Μια μαύρη μαντίλα που έλεγες θα ’χε καιρό να τη βγάλει. Στην άκρη του δωματίου ένα τσίγκινο τραπέζι καφενείου στρωμένο μ’ ένα κέντημα και πάνω η σχολική φωτογραφία ενός παιδιού με την ποδιά. Στη βάση, ένα καντήλι αναμμένο και στο πλάι ένα μικρό ανθοδοχεία με αγριολούλουδα.

«Ήταν να πάει στο σχολείο κείνη τη μέρα. Έμπλεξε με τους φίλους κι άρχισαν το κυνηγητό με τους στρατιώτες. Δεν είναι στρατιώτες αυτοί... Δολοφόνοι είναι. Δεν λες στρατιώτη εκείνο που δολοφονεί παιδιά. Ειδικά μάλιστα τους ένοπλους εποίκους που τους δώσανε τα σπίτια και τα χωράφια μας κι εμάς μας πετάξανε σαν να σκουπίδια. Μου το φέρανε νεκρό και είχε ένα γελάκι στο παγωμένο του το στόμα… Δεν είχε κλείσει τα έντεκα. Τους έριξε με την σφεντόνα κι εκείνοι το γάζωσαν. Είναι καταραμένος λαός. Φτου τους».

Σε μια καφετέρια στα όρια της ανατολικής με τη δυτική Ιερουσαλήμ οργανώθηκε μια συνάντηση αριστερών φοιτητών των δυο πλευρών. Οι δυο ομάδες συμφωνούσαν στην ανάγκη συμβίωσης. Οι Παλαιστίνιοι είχαν φίλους, συγγενείς νεκρούς κι άλλους στις φυλακές. Τα εβραιόπουλα έλεγαν ότι κι αυτά ζούσαν σε μια ιδιότυπη φυλακή καθώς μετά την θητεία τους θα ’πρεπε για περίπου έξι μήνες τον χρόνο να πηγαίνουν να εκπαιδεύονται στον Στρατό. Οι δυο ομάδες διατράνωσαν τη θέληση τους εναντίον της βίας κι ότι θα ασκήσουν πίεση ώστε η μια πλευρά να προσεγγίσει την άλλη για έναν πολιτικό συμβιβασμό.

Στον δρόμο για το αεροδρόμιο με είχαν προειδοποιήσει: «Αν θέλετε να φτάσετε έγκαιρα μην προτιμήσετε ταξί με Παλαιστίνιο οδηγό».
Είχαν δίκιο. Ενώ φτάναμε στο Μπεν Γκουριόν ένα απόσπασμα σταμάτησε το ταξί. Μας έβγαλαν έξω και υποχρέωσαν τον Παλαιστίνιο να λύσει και να επανατοποθετήσει τους τροχούς. Στις εκκλήσεις. μου ότι θα χάσω την πτήση έμεναν απαθείς.

Έφτασα στο αεροδρόμιο. Εκεί ξεκίνησε μια ιδιότυπη ανάκριση. Ποιους συνάντησα. Πού έμεινα. Αν είμαι βέβαιος ότι έκλεισα μόνο Εγώ τη βαλίτσα μου. Αν μετακινήθηκα εκτός Ιερουσαλήμ. Αν ναι πού; Ύστερα από ώρα εξοργισμένος κατέληξε: «Τέλος πάντων, παραδεχτείτε ότι πήγατε στα Κατεχόμενα!»

Ε, τότε του απάντησα: «Ακούστε κύριε. Όταν σας έκαναν σαπούνι οι ναζί κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας για να σας προστατεύσουμε και τώρα εσείς που μετέρχεστε τη ίδια βία εναντίον ενός λαού μας αρνείστε αυτό το δικαίωμα».
Κάτι σαν βρισιά πρέπει να ξεστόμισε. Με άφησε να φύγω. Μπήκα τελευταίος στο αεροσκάφος!

** Το κείμενο του Άρη Σκιαδόπουλου  αναρτήθηκε στη σελίδα του στο facebook. Είναι το 35ο στη σειρά «Μνήμη».

Ακολουθήστε το μπλογκ στο facebook και κάνετε like, αν σας αρέσει, πατώντας εδώ