Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Το χάος μεταξύ κοινού και κριτικών όταν το βλέπεις «Ψηλά από τη γέφυρα»

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ, Η ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο… ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΓΕΜΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ 

Ο κριτικός θεάτρου και κινηματογράφου κάνει μια πολύ σεβαστή δημοσιογραφική δουλειά. Από τις σημαντικότερες του επαγγέλματος. Προσφέρει –ή τουλάχιστον αυτό πρέπει– εξειδικευμένη ενημέρωση. Δεν
είναι απλώς οδηγός διασκέδασης «πού να πάτε, τι να δείτε, τι να φάτε». Δεν διαδραματίζει τον ρόλο τού «τι παίζει σήμερα». Δεν είναι ένα ζωντανό Αθηνόραμα. Είναι αυτός που σε βοηθάει να δεις πράγματα που σε πρώτη ανάγνωση δεν βλέπεις, που σου προσφέρει πληροφορία ειδικού, που σε βοηθάει, αν χρειαστεί, να αποφλοιώσεις νοήματα και να φτάσεις στην ψίχα των μηνυμάτων.

Είναι παλιά διαπίστωση, που ισχύει μέχρι σήμερα, ότι υπάρχει αναντιστοιχία απόψεων κριτικών-κοινού. Ότι συχνά η κριτική σε στέλνει να δεις αριστουργήματα και στην αίθουσα συναντάς διανοουμενίστικα νεφελώματα. Υπάρχει και το αντίστροφο: να καταρρακώνουν οι κριτικές μια δουλειά και να διαπιστώνεις ότι παρακολούθησες κάτι εξαιρετικό, πολύ καλό ή έστω αξιόλογο. Το είδα τούτες τις μέρες με το «Ψηλά από τη γέφυρα» στην κεντρική σκηνή του Εθνικού. Κάποιες κριτικές με έκαναν να πάω ανόρεκτα. Δεν έβλεπα να πετάνε από ενθουσιασμό τα δημοσιεύματά –τουλάχιστον τα περισσότερα.

Διάβασα ότι ήταν μονοδιάστατη η σκηνοθεσία τής Νικαίτης Κοντούρη, μπερδεμένοι με τους χαρακτήρες οι ηθοποιοί, αναξιοποίητη η σημερινή συγκυρία για να γίνει παραλληλισμός των μεταναστών που έρχονται στην Ελλάδα με τα μεταπολεμικά καραβάνια που κατέφθαναν στις ΗΠΑ και τα οποία αποτελούν βασικό υλικό για να γράψει ο Άρθουρ Μίλερ το δράμα του το 1955. Ένα έργο κλασικό πλέον και από τα κορυφαία του παγκοσμίου δραματολογίου.

Το «Ψηλά από τη γέφυρα» έχει ανέβει πολλές φορές στην Ελλάδα (αρχικά από τον Κάρολο Κουν για να ακολούθησαν πλείστοι άλλοι) ενώ ανεβαίνει πρώτη φορά στο Εθνικό. Η τωρινή παράσταση του οποίου, πράγματι, δεν είναι από αυτές που γράφουν ιστορία, αλλά αποτελεί μια πολύ καλή δουλειά, που αξιοποιεί ένα συναρπαστικό και πολυσήμαντο θεατρικό έργο. Πρόκειται για οικογενειακή τραγωδία που εκτυλίσσεται στο Μπρούκλιν, με τεράστιες προεκτάσεις, κοινωνικές, πολιτικές.

Ο μοιραίος ανάρμοστος έρωτας

Ο Αμερικανοϊταλός λιμενεργάτης Έντι Καρμπόνε, τυπικός πάτερ φαμίλιας, τίμιος, εργατικός και δοτικός στους συμπατριώτες του Ιταλούς παράνομους μετανάστες, αρχίζει να χάνει τον έλεγχό του όταν ερωτεύεται, χωρίς να το ομολογεί, την εξ αγχιστείας ορφανή ανιψιά του, την Κάθριν, η οποία μεγάλωσε στα χέρια του και, ανυποψίαστη, τον λατρεύει σαν πατέρα.

Ο Έντι συνθλίβεται ψυχολογικά όταν ένας από τους Σικελούς που φιλοξενεί παράνομα σπίτι του γίνεται εραστής της Κάθριν και ετοιμάζεται να την παντρευτεί. Ο λιμενεργάτης παραφρονεί, καταδίδει τον παράνομο μετανάστη στη υπηρεσία Αλλοδαπών και η ιστορία παίρνει δραματική τροπή με την κάθαρση αρχαίου δράματος: τον θάνατο.

Η πιο ακραία κριτική αποδοκιμασία που διάβασα έλεγε ότι το «Ψηλά από στην γέφυρα» δημιουργεί «μαύρη τρύπα στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού» και ότι «μιλάμε για παραστάσεις που αγγίζουν τον αναχρονισμό, πράγμα που δεν εμποδίζει κάποιες από αυτές να γεμίζουν την αίθουσα», αν όχι και «ότι τις βοήθησε κιόλας».

«Πειραγμένες» παραστάσεις 

Είναι, λοιπόν, κακό ότι γεμίζει η αίθουσα (που ναι, ήταν σχεδόν γεμάτη μεσοβδόμαδα) για ένα λαϊκό έργο που μιλάει κατευθείαν στον κόσμο με κλασικό ανέβασμα; Μήπως τέτοιες εστετίστικες αντιλήψεις έχουν οδηγήσει –για να πάμε σε διπλανή θεατρική γειτονιά– σε τόσες «πειραγμένες» παραστάσεις αρχαίου θεάτρου στην Επίδαυρο ή στο Ηρώδειο; Όπου σπάνια, έως ποτέ, βλέπουμε μια τραγωδία ή μια κωμωδία (ιδιαίτερα το δεύτερο είδος) που δεν είναι ανεβασμένη με μοντέρνες σκηνοθεσίες και εξεζητημένα ευρήματα. Δεν είναι κακό αυτό. Δεν είναι αρνητικό να αναζητά το θέατρο νέους δρόμους. Αλλά όχι και να λέμε «αναχρονιστικό» το κλασικό και «μαύρη τρύπα» μια καλοδουλεμένη παράσταση, έστω με κάποιες ενστάσεις.

Αρνητικά μεν, αλλά… 

Κατά τα άλλα:
**  Ναι, η παράσταση του Εθνικού είχε τρωτά, αλλά αυτό δεν ακυρώνει τα πολλά θετικά της.
** Ναι, ο Γιώργος Κμούλης έπαιξε με μανιέρα, με «συναξάρισμα» στον λόγο του, ο ρόλος έμοιαζε καρικατούρα κάποιες φορές, αλλά αυτά στο πρώτο μέρος. Στο δεύτερος πάτησε γερά, ξέφυγε από τις ευκολίες και αναδείχτηκε.
** Ναι, δεν πέρασαν καθαρά κάτω, στο κοινό, κάποια σκηνοθετικά ευρήματα (όπως οι κινήσεις των λιμενεργατών στο βάθος της μεγάλης σκηνής), αλλά αυτά είναι μικρές λεπτομέρειες που δεν μειώνουν σε βαθμό αποδοκιμασίας το αποτέλεσμα.

Δ.Β.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΝ HARDDOG:
1. Το Εθνικό θέλει και μπορεί
2. Θεατρικό ραντεβού στα τυφλά

Ακολουθήστε το μπλογκ στο facebook και κάνετε like, αν σας αρέσει, πατώντας εδώ