Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Ρε γκαρσόν, γιατί τρως τις μερίδες;

ΤΑ ΚΟΛΩΝΑΤΑ ΠΟΤΗΡΙΑ, Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΕΝΔΥΣΗ MΕ ΣΚΛΗΡΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΦΙΛΙΑΣ

Το μεζεδοπωλείο της γειτονιάς έκλεισε και ξανάνοιξε. Ανακαινισμένο προς το μοντέρνο και το κλασάτο, αλλά με ίδια γαστριμαργική βάση. Δηλ. ψαρομεζέδες και τα παράγωγά τους: κριθαρότο με μύδια, γαρίδες σαγανάκι, ψαροσαλάτες κλ.π. Βλέποντας απ' έξω τις ετοιμασίες για την επαναλειτουργία ανησύχησα ελαφρώς για τη διαφαινόμενη χαμένη λαϊκότητα. Οι άγκυρες, οι
γοργόνες, τα καραβόσχοινα στους τοίχους, οι λαγουδέρες και τα ναυτικά τιμόνια είχαν εξαφανιστεί. Λογικό ώς ένα σημείο. Με το πέρασμα των χρόνων η διακοσμητική κουλτούρα αλλάζει, παροχετεύεται στο παρελθόν και περνάει στο πεδίο του κιτς. Πιο πολύ με ανησύχησαν τα κολωνάτα ποτήρια που έβλεπα, πάντα απ έξω, στα στρωμένα τραπέζια.

Ποτέ δεν συμβιβάστηκα με την ιδέα πως τα παλιά χαμηλά, βραχύσωμα, ποτήρια του κρασιού που είχαν οι πατεράδες μας για να πίνουν το βαρελίσιο κρασί τους, υποχώρησαν προτροπάδην στην επέλαση των μονοπόδαρων υψηλών κολωνάτων που, προσωπικά, μου δίνουν μια αίσθηση (μια βεβαιότητα για να το πω καλύτερα) αστάθειας. Κάτι σαν έλλειψη ισορροπίας και απειλή ανατροπής. Πέρα από το ότι θεωρώ τα κολωνάτα ολότελα ξένα για τον Έλληνα, επιτείνουν την ανασφάλειά μου για την αδεξιότητα που ελλοχεύει στις κινήσεις μου. Μια απροσεξία, και το ψηλόλιγνο ποτήρι «πολυτελείας» οριζοντιώνεται στο ολόλευκο τραπεζομάντιλο.

Στην περίπτωσή μου τα μαθήματα αποβλαχοποίησης του Πέτρου Κωστόπουλου πήγαν χαμένα –τσάμπα τα λεφτά που είχα δώσει κατά καιρούς στο Κλικ, στο Νίτρο και στο Ντάουν Τάουν.

Αυτά ως  παρατηρήσεις εκ του μακρόθεν –κοιτώντας απ’ έξω δηλαδή. Γιατί ήρθε κάποια στιγμή η γνωριμία εκ του σύνεγγυς με το αναγεννημένο, αναβαθμισμένο, αναπλασμένο μεζεδοπωλείο. Οπότε οι δεύτεροι φόβοι για γκουρμενοποίηση του μενού επαληθεύτηκαν. Καλοί οι μεζέδες, το ίδιο γευστικοί, αλλά σερβιρισμένοι α λα παριζιέν.

Παράδειγμα: παλιά, όταν στο μεζεδοπωλείο κυριαρχούσε ο διάκοσμος με αξεσουάρ ψαροκάικου, η μερίδα της ψητής σαρδέλας ερχόταν σε μικρά πιάτα στενόμακρου σχήματος και περιλάμβανε καμιά δεκαριά κομμάτια. Τώρα έφτασαν σικάτα μισοάδεια πιάτα διαστάσεων ιπτάμενου δίσκου και υπήρχαν στη μέση τους 3-4 ψητές σαρδέλες. Σε άλλο πιάτο μετρούσες τρεις πιτσιλιές ταραμοσαλάτας, προσεκτικά στοιχισμένες για να μη χαθεί η συμμετρία του σερβιρίσματος, και σε ένα τρίτο κοιτούσες καχύποπτα το γκαρσόνι με την υπόνοια ότι έφαγε τη μισή μερίδα  στη διαδρομή από την κουζίνα ώς το σερβίρισμα.

Δεν γκρινιάζω, απλώς καταγραφώ. Υπέροχα πέρασα/περάσαμε. Ήταν μια από τις μικρές απολαύσεις της ζωής που έχουν μεγάλη αξία. Εντάξει, μεγάλωσαν τα πιάτα και μίκρυνε το περιεχόμενο, αλλά τι με αυτό; Μπορεί οι μερίδες να εξαχνώνονταν με το που ακουμπούσαν στο τραπέζι, αλλά η ικανοποίηση για τη συνένωση της παρέας από παλιούς φίλους φάνταζε –και ήταν– τεράστια. Γιατί οι φίλοι και οι συντροφιές παραμένουν πάντα η μεγάλη επένδυση της ζωής μας. Εκεί πρέπει να έχουμε καταθέσεις σε σκληρό νόμισμα χαράς. Και να κάνουμε γερές αναλήψεις όποτε νιώθουμε ότι ξεμένουμε από ψυχικές δυνάμεις.

Διον. Βραϊμάκης 

Ακολουθήστε το μπλογκ στο facebook και κάνετε like, αν σας αρέσει, πατώντας εδώ