Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Ο Επιτάφιος της Καίτης

Ο ΑΡΗΣ ΣΚΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΡΑΜΑ

Μοσχοβολούσε Άνοιξη η Καίτη. Είχε κορμί λυγαριάς. Μαλλιά ατίθασα που ανέμιζαν στο θρόισμα της αύρας. Μάτια φλογισμένα. Στήθος διψασμένο για χάδι. Και μια αφελή αθωότητα προκλητική. Μιλούσε κι έτρωγε τα νύχια της. Κάθε τόσο σταματούσε σαν έψαχνε τις λέξεις. Κάπνιζε το ένα πάνω στο άλλο το Σαντέ και έκανε δαχτυλίδια με τον καπνό.

Είχαμε ξεκινήσει με τον Λιάνη την μεγάλη έρευνα στα ΝΕΑ για τα ναρκωτικά.. Τη δεύτερη μέρα, Μεγάλη Τρίτη, ανήμερα μπήκε στο γραφείο η Καίτη. Λίγο διστακτική σαν να μετάνιωσε που ήρθε..
- Ήρθα να σας βοηθήσω αν με θέλετε.
Είδα τα χέρια της. Χαρακωμένα. Σκέφτηκα ότι πρέπει πρώτα να συναντήσω τους γονείς της. Βρέθηκα σε μια χαμοκέλα στο Μενίδι. Μου άνοιξε ένας ξερακιανός. Ο πατέρας της ο Ερμόλαος.. Λιμενεργάτης..
-Σε σας ήρθε;
-Ναι.
-Δόξα τω Θεώ. Έχει φύγει από το σπίτι εδώ και δυο μέρες. Πάνε τρεις μήνες που χάσαμε την μάνα της από καρκίνο. Βασανίστηκε. Ένα κομπόδεμα που είχαμε στην άκρη πήγε στις αποκλειστικές.. Μείνανε κάτι λίγα για την κηδεία... Από τότες η Καίτη παράτησε το σχολείο κι όλο μου φώναζε.. Ούτε το κρεβάτι δεν στρώνει. Μια μέρα παρατήρησα χαρακιές στα χέρια της. «Τι είναι αυτά παιδί μου;» «Τίποτα. Μην νοιάζει»... Ο νους μου πήγε στο κακό… Ώσπου εκεί μια μέρα που έστρωνα το κρεβάτι της, βρήκα κάτω από το στρώμα ένα ξυράφι. Δεν τόλμησα να της πω κουβέντα.. Είπα να πάω στην Αστυνομία, απέ σκέφθηκα μην τα κάμω χειρότερα...

Ξεκινήσαμε την έρευνα.. Η Καίτη έφερε τον Βλαδίμηρο, ένα χτικιάρη τύπο, σακάτη, που το όνειρο του ήταν να γίνει τραγουδιστής γιατί «έχω μια μίμηση στον Νταλάρα».
-Καίτη θέλω μια υπόσχεση. Όσο θα διαρκέσει η έρευνα μην κάματε καμία κουτσουκέλα.
-Στα κόκαλα της μάνας μου.
Είχα βρει δουλειά για τους δυο… Καμαριέρα η Καίτη σ’ ένα ξενοδοχείο, λαντζέρης ο Βλαδίμηρος σε γνωστό εστιατόριο..
Γυρίσαμε όλες τις πιάτσες και τις καβάντζες. Ο Σάββας Σταθάκης, ο φωτογράφος με χιλιάρη τηλεφακό έπιασε συναλλαγές με εμπόρους και βαποράκια. Από Μεταξουργείο ώς Κολωνάκι...
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή βράδυ.. Η Καίτη άρχισε να κλονίζεται.. Έτρεμε. Της αγόρασα ένα χοντρό πουλόβερ.
-Δεν θα αντέξω Άρη...
-Θέλεις να σου φέρω ουίσκι να συνέλθεις;
-..ναι.

Έστειλα τον Σάββα να της αγοράσει ένα μπουκάλι κι ανέβηκα στα ΝΕΑ. Απ’  έξω γίνονταν ετοιμασίες για τον Επιτάφιο του Καρύτση. Δεν είχε περάσει μίση ώρα όταν με κάλεσε ο Σάββας από την είσοδο της εφημερίδας. Κατέβηκα τρέχοντας... Η Καίτη ήταν μπροστά από τους επισήμους του Επιταφίου και τους λοιδορούσε δείχνοντας το αιδοίο της... Πέσανε πάνω της οι μπάτσοι. Την απέσπασα από τα χέρια τους.. Την πήγα στο μπαράκι του Ιταλού, στην στοά της Εστίας.. Ήρθε ο Σάββας:
- Δεν την πρόβαλα γαμώ την πουτάνα μου.. Άδειασε το μπουκάλι στο πιτς φυτίλι...
Έπεσε πάνω μου... Μύριζε οινόπνευμα και τη τράνταζαν αναφιλητά... Μουρμούριζε κάτι ακατάληπτα… Και στο τέλος...
-...α ρε μάνα.

Πέρασε μήνας. Χτύπησε το τηλέφωνο.
-Κύριε Άρη, εγώ είμαι… Ο πατέρας της Καίτης… Μου φέρανε το κορίτσι μου νεκρό.
Δεν πρόλαβα να πω κουβέντα, ένας λυγμός από την άλλη άκρη έκλεισε το τηλέφωνο.
Στην κηδεία ήταν λιγοστοί γείτονες… Ένα φέρετρο από φτηνό ξύλο... Πέταξα τα λουλούδια στον τάφο κι έφυγα.. Προχωρημένη Άνοιξη ήταν.

** Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη σελίδα του Άρη Σκιαδόπουλου, στο fb, στη σειρά «Μνήμη». Αυτή ήταν η 29η που μοιράστηκε με τους διαδικτυακούς (και όχι μόνο) φίλους του ο Άρης. 

Ακολουθήστε το μπλογκ στο facebook και κάνετε like, αν σας αρέσει, πατώντας εδώ