Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

Για 15 ημέρες χωρίς εκείνην

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΩΝ ΠΑΣΧΑΛΙΝΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ ΕΝΑΣ, ΠΕΡΙΠΟΥ, ΔΩΔΕΚΑΧΡΟΝΟΣ 

Μεγάλη Δευτέρα θα ξεκινούσε ο εφιάλτης. Το ήξερε, προσπαθούσε να προετοιμαστεί, να το διαχειριστεί, αλλά τι λέξεις είναι αυτές; Ούτε καν τις είχε σκεφτεί. Εγώ τις σκέφτηκα τώρα που τα γράφω.
Εκείνη θα πήγαινε στο χωριό της όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και την δεύτερη θα
γύριζε. Θα έκανε 15 ολόκληρες μέρες να τη δει. Ούτε ματιές στα διαλείμματα, ούτε κοινή γυμναστική, ούτε η ελπίδα να την πετύχει κάποια φορά στον φούρνο με τον πατέρα της.
Τίποτα. Δύο βδομάδες μόνος με το στομάχι του. Χωρίς να την βλέπει, χωρίς να μιλάνε, χωρίς να γελάει στα αστεία του - στη μόνη δεξιότητα αποπλάνησης που έχει ο άντρας απέναντι στην ομορφιά της γυναίκας, εκεί γύρω στα δώδεκα.

Η πρώτη βδομάδα έφυγε με μεγάλο ζόρι. Άνοιγε το βιβλίο στην σελίδα με τον χάρτη της Ελλάδας και χάζευε ώρα το σημάδι της Άρτας. Κοιτούσε την λέξη και την ένιωθε πιο κοντά του.
Μεγάλη Παρασκευή, στον Επιτάφιο, στην εκκλησία της γειτονιάς, είχε μία ανάπηρη ελπίδα να τη δει. Να είχε γίνει κάτι και να είχαν επιστρέψει νωρίτερα. Αλλά δεν υπάρχει Ανάσταση τη Μεγάλη Παρασκευή.

Από Δευτέρα του Πάσχα έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο της τύχης. Σηκώθηκε το πρωί, ρώτησε τη μητέρα του τι ήθελε από τον φούρνο, περπάτησε κάνοντας μια μικρή παράκαμψη από τον δρόμο του σπιτιού της, έψαξε το αμάξι του πατέρα της, τη φιγούρα της μητέρας της, την ίδια.

Γύρισε σπίτι άδειος, κατάπιε με δυσκολία τα χοντρά κομμάτια χρόνου που μεσολαβούσαν μέχρι το απόγευμα και βγήκε πάλι στην ίδια διαδρομή με την προσθήκη των Goody’s στο σχέδιο, που πήγαινε συνήθως με τον πατέρα της τις καθημερινές μετά τα αγγλικά.

Το βράδυ επανήλθε το τέλος του κόσμου. Το κανένα νόημα σε τίποτα, ο πόνος σε όλο του το σώμα, και τα κρυφά κλάματα στο δωμάτιό του. Ήθελε να κοιμηθεί όσο πιο γρήγορα γινόταν, να έρθει πιο κοντά στο επόμενο πρωί.

Την Τρίτη, με το δεξί του χέρι να λείπει -κάτι που δεν πρόσεξε κανένας- ακολούθησε με ακρίβεια το ίδιο πρόγραμμα. Και την Τετάρτη. Και την Πέμπτη.
Λιγόστευε μέρα με τη μέρα, μέχρι την Κυριακή η ελπίδα τον είχε φάει ολόκληρο, είχαν μείνει μόνο τα ρούχα του.

Τη Δευτέρα που η μητέρα του σήκωσε τα σκεπάσματα να τον ξυπνήσει για το σχολείο, δεν ήταν από κάτω.

Οδυσσέας Ιωάννου
(Δημοσιεύεται στο oneman.gr με τίτλο «Η ελπίδα θα σε φάει ολόκληρο»)