Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Ένα κορίτσι επίμονο σαν μύγα

Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΜΙΑΣ 'ΕΝΟΧΗΣ ΚΑΚΟΚΕΦΙΑΣ

Στο διήμερο που πέρασε η ακεφιά έχει εγκατασταθεί στην ψυχή μου σαν χαμηλό βαρομετρικό που δεν εννοεί να ψηλώσει και να διαλυθεί. Και η εικόνα τής πεισματάρας πιτσιρίκας που ήθελε ντε και καλά να μου πουλήσει ηλεκτρικό ρεύμα σε οικονομική προσφορά, είναι κολλημένη στο μυαλό μου σαν τσιχλόφουσκα που έσκασε και το κάλυψε με λεπτή ροζ μεμβράνη. Το πρωί, πριν καλά καλά η τελευταία μπουκιά του πρωινού διανύσει όλη τη διαδρομή στον οισοφάγο,
και ενώ κρατούσα το κλειδί του αυτοκινήτου στο χέρι για τη βιαστική αναχώρηση, μου είχε χτυπήσει την πόρτα του διαμερίσματος. Εκεί, στο άνοιγμα της εισόδου,
- με ρώτησε, έτσι ξεκούδουνα, και με την άνεση της χαριτωμένης αυθάδειας της ηλικίας, αν έχουμε οικιακό ρεύμα (ή κάτι τέτοιο, δεν κατάλαβα),
- μου ζήτησε έναν λογαριασμό της ΔΕΗ για να με ενημερώσει αν δικαιούμαστε μειωμένο τιμολόγιο,
- μου είπε τι ωραία μυρίζει το τσουρέκι που (δεν) ψηνόταν στην κουζίνα μας (η ευωδιά ερχόταν από το απέναντι διαμέρισμα),
- απόρησε γιατί, πριν καν μιλήσω, πήρα δύσπιστο, αποτρεπτικό ύφος και
- με άκουσε να της λέω πως δεν έχω ούτε διάθεση ούτε σκέψη να αλλάξω τη ΔΕΗ.

Η επίμονη ενοχλητική μυγούλα ανασυγκροτήθηκε και ξαναεπιτέθηκε.
«Μα δεν σας είπα αυτό».
«Τι μου είπατε;»
«Να μου δείξετε έναν λογαριασμό ρεύματος».
«Ο λόγος;»
«Να σας ενημερώσω για το αν...»
«Δεν ζήτησα ΑΠΟ ΚΑΝΕΝΑΝ ενημέρωση. Άλλωστε πριν από καιρό μια άλλη κοπελιά είχε έρθει, έτσι όπως εσείς, να με ενημερώσει…»
«Ήμουν εγώ, κύριε;»
«Όχι, για άλλη κοπελιά μίλησα».
«Τότε ακούστε και εμένα τι θα σας πω».
«Δεν θέλω, δεν με ενδιαφέρει, δεν έχω διάθεση ούτε χρόνο! Γουστάρω να με πιάνει κορόιδο η ΔΕΗ, δεν με ενδιαφέρει να αλλάξω πάροχο, δεν με νοιάζει τι πουλάτε, ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΑΚΟΥΣΩ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΑΣ».

Η αυξανόμενη άνοδος της φωνής μου δεν πτόησε το μικρό, καλοντυμένο, καλοβαμμένο –σεμνό, όμως– έντομο που πετάριζε με πεισματάρικη διάθεση έξω από την ανοικτή πόρτα του διαμερίσματος. Στο περίπου πεντάλεπτο που προσπαθούσα από τη μια να αμυνθώ στην επίθεση ενεργειακής ενημέρωσης και από την άλλη να διατηρήσω όρθια την αστική μου ευγένεια, ανέβασα πολλά αποθέματα από τα βάθη του ορυχείου της υπομονής μου –και τα κατάφερα. Με βοήθησε και η κατανόησή μου για όλα αυτά τα παιδιά (και όχι μόνο παιδιά), φοιτητάκια ή άνεργα, που πολεμάνε μοιράζοντας φυλλάδια (και συναντούν ανόητες βλοσυρές επιγραφές στις εισόδους πολυκατοικιών ότι «Απαγορεύεται η είσοδος σε διανομείς φυλλαδίων»), πουλάνε συνδρομές ανθρωπιστικών οργανώσεων και κάνουν του κόσμου τις δουλειές τού ποδαριού με ισχνό αποτέλεσμα. Με βοήθησε στην στωικότητά μου και κάποια ταύτιση από το γεγονός ότι δεν πάνε πολλά χρόνια που τέτοιες δουλειές, του χαρτζιλικιού, έκανε η κόρη μου, σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της φοιτητικής της ζωής.

Η επίμονη μυγούλα έφυγε προειοδοποιώντας – αν όχι απειλώντας!– ότι θα ξαναπεράσει από την πολυκατοικία. Γιατί; «Γιατί αυτή είναι η δουλειά μου, κύριε». Και ξαναπέρασε! Πέντε και ένα λεπτό το απόγευμα (ουσιαστικά απομεσήμερο ήταν) κτύπησε το κουδούνι, αυτή τη φορά της εισόδου της πολυκατοικίας. Ήταν η ίδια μυγούλα. Ακούραστη και απαιτητική. Επίμονη και ανυποχώρητη. Με το επιχείρημα στα χείλη ακόμα και για το ακατάλληλο της ώρας:

«Αχ, σε εσάς χτύπησα;»
«Σε εμένα! Και μάλιστα ΤΕΤΟΙΑ ΩΡΑ που ο κόσμος μπορεί να κοιμάται».
«Τι ώρα; Πέντε είναι κύριε, δεν είναι μεσημέρι».

Το τελευταίο φορτίο υπομονής εξαντλήθηκε. Της εξήγησα ότι καταλαβαίνω την αγωνία της να δουλέψει, αλλά δεν καταλαβαίνω αυτά που τους φυτεύουν στο μυαλό τα σεμινάρια της εταιρείας της, τα οποία προφανώς, προφανέστατα, φτιάχνουν πωλητές-ράμπο, της είπα ότι στην οικογένειά μας ανοίγουμε την πόρτα σε όσους έρχονται να πουλήσουν κάτι ή να δώσουν φυλλάδια, αλλά δεν είμαστε  υποχρεωμένοι να ακούμε τα πάντα από όσα λένε και να αγοράζουμε ό,τι μας πουλάνε. Της ευχήθηκα καλή συνέχεια στην προσπάθεια να φτιάξει τζίρο και έδειξα διάθεση να κλείσω την πόρτα, αλλά η μυγούλα έκανε έναν μορφασμό που έμοιαζε με κύκλο στον αέρα και μετά εφόρμησε. «Δεν σας καταλαβαίνω!  Ειλικρινά δεν σας καταλαβαίνω. Θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε χωρίς φωνές».

Και είναι αλήθεια ότι είχα αρχίσει να ακούγομαι σε όλη την πολυκατοικία! Κάποιες πόρτες άνοιξαν και εμφανίστηκαν πρόσωπα που αποκάλυπταν πως και αυτά είχαν υποστεί επίθεση αναγκαστικής ενεργειακής ενημέρωσης.Το κοριτσάκι υποχώρησε οργανωμένα, καθόλου άτακτα και διόλου φοβισμένα. «Εντάξει, φεύγω αλλά θα ξανάρθω γιατί η πολυκατοικία σας είναι στο πλάνο μας και δεν έχω ενημερώσει ακόμη όλους τους ενοίκους», είπε.

Αισθάνθηκα πως είχα βγει από τα ρούχα μου και γινόμουν κακός. Πως για τα μέτρα μου είχα παρεκτραπεί. Γι’ αυτό όταν ηρέμησα απλώθηκε μέσα μου σαν σύννεφο αφρικανικής σκόνης η ένοχη κακοκεφιά που σας έλεγα. Και νιώθω την ανάγκη, τώρα δυο μέρες μετά, να βγω στο δρόμο με την ελπίδα πως είναι ακόμα στο πλάνο τής μυγούλας η ενημέρωση όλης της γειτονιάς. Για να τη βρω και να της ζητήσω συγγνώμη που δεν την κατάλαβα όσο θα έπρεπε. Δεν κατάλαβα, δηλαδή, απόλυτα την ανάγκη που έχουν όλα αυτά τα παιδιά να πουλήσουν χρήσιμα και άχρηστα.

Θέλω να τη βρω και να της πω ότι ήταν μεν ενοχλητική σαν μύγα που κάνει βουτιές στο πιάτο της ηρεμίας μου (και του όποιου  βολέματός μου), αλλά και εγώ ξέφυγα. Αυτή τη φορά, αν την εύρισκα, θα την αποχαιρετούσα όχι με τον εκνευρισμό στο πρόσωπο και τον θυμό στη φωνή, αλλά με μια συγχωρητική αγκαλιά. Πατρική, φυσικά...

Δ.Β.

Ακολουθήστε το μπλογκ στο facebook και κάνετε like, αν σας αρέσει, πατώντας εδώ