Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Ο δημοσιογράφος που έγινε ντιλιβεράς

ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΦΕΪΚ, ΜΙΑ ΚΑΡΙΕΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΤΑΙ ΒΙΑΙΑ...

Ήταν τα πρώτα χρήματα στην ενήλικη ζωή του που δεν τα εισέπραττε από λογιστήριο εφημερίδας, καναλιού, ραδιοφώνου ή σάιτ. Στάθηκε με συστολή παιδιού στο άνοιγμα της πόρτας, παρέδωσε το πακέτο που μύριζε
φρεσκοψημένο κρέας και αφού ο πελάτης πλήρωσε τον λογαριασμό, του παράχωσε διακριτικά ένα δίευρω στην ημίκλειστη από την αμηχανία παλάμη του. Ήταν η ανταμοιβή στην πρώτη ντιλίβερι διαδρομή του. Βραδινή η δουλειά, αλλά αυτό δεν ερχόταν σε αντίθεση με τα εργασιακά ωράρια που είχε συνηθίσει. Όντας πολλά χρόνια στις εφημερίδες γύριζε σπίτι το νωρίτερο τα μεσάνυχτα, το αργότερο δυο ώρες μετά. Τότε χωρίς να παίρνει φιλοδώρημα. Κάποτε φιλοδωρήματα ήταν τα κυριακάτικα που πλήρωναν οι εκδότες. Νόμιμα λεφτά, όχι χαριστικά. Λεφτά που κόπηκαν όταν η λαίδη Κρίση σάρωσε τα εργασιακά δικαιώματα και έκανε περιζήτητο το μεροκάματο, ψαλιδισμένο και αυτό. Μια λαίδη Κρίση μηρυκαστικό που τον μασούσε και τον ξαναμασούσε πριν τον καταπιεί ύστερα από αλλεπάλληλες εργασιακές απώλειες.

Σε κάθε αναμηρυκασμό, σε κάθε επάνοδο της τροφής για μάσημα, χανόταν μια περιφερειακή δουλειά του που συμπλήρωνε τη βασική. Έχανε δηλαδή τα ρεπορτάζ που έδινε περιστασιακά έναντι πινακίου φακής σε ένα σάιτ ή σε ένα ραδιόφωνο. Τελικά χάθηκε και η βασική δουλειά του, αλλά δεν απελπίστηκε.

Η αποζημίωση που εισέπραξε φαινόταν καλό μαξιλαράκι μερικών μηνών για να αναζητήσει μια καινούρια θέση. Έμπειρος ήταν, κάπου θα επένδυε αυτήν στην εμπειρία. Η οποία ωστόσο, αποδείχτηκε βαρίδι. Σε κάποια από τα «δεύτερα» σάιτ με τα οποία συζήτησε, κατάλαβε ότι επιθυμούσαν συνεργασία με νέα παιδιά, πρωτόβγαλτα ή σχεδόν. Ήθελαν εργατάκια που θα δούλευαν πολύ, με κόπι πέιστ, με ανοικτό ωράριο και λίγα λεφτά. «Μπορώ και εγώ να δουλέψω έτσι» είπε, αλλά δεν τους έπεισε. Αυτοί χρειάζονταν την ασφάλεια της φτηνής δουλειάς των νεαρών ανασφάλιστων.

Έτρεξε παντού, πήρε υποσχέσεις –μόνο υποσχέσεις–, κοιτούσε τα λεφτά τής αποζημίωσης που λιγόστευαν και ξανάτρεχε πιο δυνατά. Εξάντλησε όλες τις γνωριμίες, όλες τις πιθανότητες να του ανοίξει κάποια πόρτα. Αναζήτησε συνάδελφους διαμεσολαβητές που θα «έτρεχαν» την αγωνία του σε δικούς τους γνωστούς και φίλους. Είχε παίξει και αυτός παλιότερα τον ρόλο τού διαμεσολαβητή. Θυμάμαι πριν από χρόνια που μου τηλεφώνησε για έναν κοινό γνωστό μας συνάδελφο, μεγαλύτερο σε ηλικία από εκείνον, τον οποίο είχα καιρό να δω. Μου είπε ότι έμεινε χωρίς δουλειά και έψαχνε πολλούς μήνες απεγνωσμένα κάτι για να ακουμπήσει το βάρος τής ανεργίας που τον λύγιζε οικονομικά και ψυχολογικά. «Ένα σάιτ, έστω με διακόσια ευρώ, για να βγαίνει από το σπίτι και να μην τρελαθεί. Το θέλει για την αίσθηση ότι ακόμα κάτι παράγει –πες το διέξοδο, πες το ψυχοθεραπεία».

Ο τότε άνεργος ντρεπόταν για την αναδουλειά του, ντρεπόταν να γίνει ζήτουλας ενός κομματιού ψωμιού, γι’ αυτό είχε αναλάβει τη διαμεσολάβηση ο σημερινός ντιλιβεράς. Ο οποίος τότε δεν περίμενε ότι η λαίδη Κρίση θα έσυρε και εκείνον στην ίδια κατάσταση μετά από λίγα χρόνια και ότι θα επιδιδόταν σε μαραθώνιο τηλεφωνημάτων αναζητώντας και για τον εαυτό του δουλειά.
Προσπάθησα να τον βοηθήσω. Απευθύνθηκα όπου ήταν πιθανό να ενδιαφέρονταν, του έδωσα κάποιες ιδέες για αναζήτηση και τον παρακάλεσα να με ειδοποιήσει όταν έβρισκε κάτι. Χάρηκα πριν λίγες ημέρες όταν μου τηλεφώνησε. «Βρήκα δουλειά», μου είπε. Το έκανε, είναι αλήθεια, χωρίς ενθουσιασμό στη φωνή.
Σχεδόν πανηγύρισα.

-Πού; τον ρώτησα. 
-Σε σουβλατζίδικο, απάντησε. Ντιλίβερι με το δικό μου μηχανάκι. 

Εγώ άφωνος, εκείνος απολογητικός. «Δεν γινόταν άλλο», μου είπε, «τα λεφτά της αποζημίωσης τελείωσαν, τα έξοδα των παιδιών τρέχουν και πείστηκα ότι δημοσιογραφική δουλειά ήταν αδύνατο να βρω, τουλάχιστον αυτήν την εποχή. Έπρεπε κάτι να κάνω». 
Και το έκανε! Με κλειστούς τους δρόμους της δημοσιογραφίας πήρε τους δρόμους με το δίκυκλο, μοιράζοντας σουβλάκια, πίτες, τηγανιτές πατάτες, ψητά κοτόπουλα και γύρους.

- Πώς ένιωσες στην πρώτη διαδρομή που έκανες και στην πρώτη πόρτα που σου άνοιξε; τον ρώτησα.
-  Σαν να έβαζα μια αδιάφορη βούλα στο τέλος ενός ρεπορτάζ που δεν ήταν δικό μου, μου απάντησε.

Με μισθό και μπουρμπουάρ συγκεντρώνει κάνα πεντακοσάρικο τον μήνα. Και όχι πάντα τόσα. «Από ολότελα κάτι είναι και αυτό –χώρια η ψυχοθεραπεία». Η οποία τον κάνει να ελπίζει ότι θα ξαναβρεί τον δρόμο τής δημοσιογραφίας, κάποια στιγμή, εάν και εφόσον. Γι αυτό φύλαξε ως αναμνηστικό το δίευρω από το πρώτο φιλοδώρημα. Για να θυμάται, όταν φύγει το «κακό», την εποχή που ήταν ντιλιβεράς. Την οποία προς το παρόν βιώνει. Για πόσο; Για όσο...

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ. Φαίνεται ότι η ιδιοκτησία δικύκλου είναι καλή καβάτζα σε περίπτωση ανεργίας. Ο Χ., από άλλη δημοσιογραφική δουλειά, καμιά σχέση με τον πρώτο, τα τελευταία χρόνια που οι κλυδωνισμοί πέρασαν από το δικό του εργασιακό ανάχωμα, δεν παύει να διακηρύσσει ότι αν χρειαστεί έχει έτοιμη τη λύση. Θα γίνει, λέει, κούριερ με τη βαριά, πολλών κυβικών, μηχανή του. Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή στην εποχή των μνημονίων.

Διον. Βραϊμάκης 

Ακολουθήστε το μπλογκ στο facebook και κάνετε like, αν σας αρέσει, πατώντας εδώ