Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Ο αποχαιρετισμός στον Θράσο

Ο ΑΡΗΣ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΜΙΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΜΕ ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Ο Θράσος. Παλαιοπώλης, εκεί στου Ψυρρή. Ριγέ κοστούμι μπλε με γκρι ρίγα, σεβρό παπούτσι, λευκό κολλαριστό πουκάμισο, γραβάτα πορφυρή κι άλικο γαρούφαλλο στο πέτο. Κομψό στριφτό μουστάκι με επιμέλεια βαμμένο. Μπαστούνι με ασημένια λαβή. Κάθε πρωί, σεργιάνιζε πάνω κάτω τον δρόμο
σαν να επιθεωρούσε αν όλα είναι στη θέση τους όπως τα είχε αφήσει χθες. Καθεστωτική φιγούρα στην πιάτσα ο Θράσος. Έκοβε στο δεκαμίλι την μαϊμού. Φόβος και τρόμος για τους γυρολόγους Παλιατζήδες οι οποίοι ωστόσο τον προτιμούσαν όταν είχαν καλό το κομμάτι. Ήξεραν ότι όσο αυστηρός άλλο τόσο δίκαιος ήταν στις συναλλαγές. Ίσαμε χθες. Έκανε την γνωστή  βόλτα. Ήταν μέρα αποβραχάδου. Πήρε τον γνωστό δρόμο κορδωμένος ασίκης κι αυτοκρατορικός.

Ανακοπή και τέζα. Τα τίναξε πάνω στον ναργιλέ. Με ένα στραβό χαμόγελο λες του ’λεγε ανέκδοτο ο φίλος ο Τσαριγίδας καθώς το συνήθιζε. Τον στόλισε η Ραλλού με τα καλά του. Το ριγέ κουστούμι, το λευκό κολλαριστό πουκάμισο, την κόκκινη γραβάτα, τα χειροποίητα σεβρό σκαρπίνια. Έκοψε ένα κόκκινο γαρούφαλλο από την γλάστρα που είχε στο μπαλκόνι και το καρφίτσωσε στο πέτο…
Ήρθε ο Γλίστρας, ο φίλος που είχε το γραφείο τελετών, με δυο καλάθια λουλούδια που τα σκόρπισε από κάτου κι ένα τριαντάφυλλο με τον μίσχο του στα χέρια του Θράσου.
Η κάσσα τοποθετήθηκε στη μέση του σαλονιού και γύρω της ο Γλίστρας έσυρε δυο κασέλες, σμυρνέικα καθιστικά κι ένα πόλιτικο σκαλιστό τραπεζάκι με ναργιλέδες παντός τύπου. Άναψε και δυο κηροπήγια, να ξενυχτήσουν τον Θράσο.

Λίγο μετά τις δέκα πλάκωσε η παρέα. Ο Τραβαρούφας με το μπαγλαμαδάκι, η Φεβρωνία, η χοντρή περιπτερού της πλατείας με την κιθάρα της, ο ζωγράφος ο Γιώργος με το φλάουτο, ο Ζάχαρης ο δικηγόρος, ο Βαγγέλης με το τρίχορδο, που έφερε μαζί του τον Σουάνη τον Παστιστάνο με το τουμπελέκι του. Ο Παριανός ο ταβερνιάρης μπήκε μ’ ένα ταψί μπακλαβά φίσκα στο σιρόπι. Τελευταία η Βάσια από το Μινσκ, με σκούρο ταγιέρ, το πρωί νοσοκόμα σε ανήμπορους, το απόγευμα κάνα δυο βίζιτες στα πεταχτά κι ύστερα στο σπίτι να φροντίσει το παιδί. Ο Θράσος της έσκαγε ένα διακοσοπεντηντάρι το μήνα για «τον  μικρό πρίγκηπα».

Ο Βαγγέλης άναψε ένα τεράστιο μπάφο και τον πέρασε στα σταυρωμένα χέρια του Θράσου. Άναψε κι η υπόλοιπη παρέα. Πέσανε με τα μούτρα στον μπακλαβά. Άλλοι γελούσαν του σκασμού κι άλλοι κλαίγανε. Ήρθε η ώρα για τα όργανα. Το σύνθημα έδωσε ο Βαγγέλης.
«Καλό Παράδεισο στο φιλαράκι μας».
«Αμήν».

Και το κατευόδιο ξεκίνησε μ’ ένα μακρόσυρτο ταξίμι που άρχισε με την δωρική πενιά-μοιρολόι για να κορυφωθεί σ’ ένα όργιο από ηχοχρώματα. Μπήκε η μπάντα. Μια δοξολογία ρεμπέτικου. Από το «φύσα ρουφά τραβατόνε, τραβατόνε κι αναφτόνε» ώς και το «χτυπώ νεκροί κι ανοίχτε μου». Η Ραλλού στη κορφή της κάσσας με τα χέρια σταυρωμένα και το κεφάλι να γέρνει δεξιά.

Το συλλείτουργο έκλεισε ξημερώματα με την υγρή λαγαρή φωνή της Φεβρωνίας στον Καϊκτζή.
Τον θάψανε στο Δεύτερο. Μείνανε τελευταίοι… Απίθωσαν μια πεντακοσάρα νταμιτζάνα με τσίπουρο στο φρεσκοσκαμμένο μνήμα κι έβγαλε καθένας από την τσέπη το σφηνάκι του. Άρχισαν τα ανέκδοτα, τραγούδια, πιοτί και τα γέλια. Αποχαιρέτησαν τον Θράσο κει που ΄γέρνε ο ήλιος με το αγαπημένο του «Μεσάνυχτα βαριά σκοτεινιασμένα». Τέλος άδειασαν το σώσμα της νταμιτζάνας κι έφυγαν. Σούρες.

** Το κείμενο είναι το 17ο θέμα από τη σειρά «Μνήμη» που ανεβάζει ο Άρης Σκιαδόπουλος στη σελίδα του, στο facebbok (που σε τέτοιες περιπτώσεις παίζει τον ευεργετικό του ρόλο στη διάδοση κειμένων, απόψεων, πληροφοριών κ.λπ.)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΤΟΝ HARDDOG ΑΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΗ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
1) Ο Θοδωρής Σγουρδαίος
2) Η Νατάσα, ο Άρης, η Πετρή και ο εθνικός μας εραστής
3) Η στυτική συνεισφορά της σύγχρονης «δημοσιογραφίας»
4) Δυο μάγκες γνώρισε στη ζωή μου που ήξεραν πότε να αποχωρήσουν: τον Αλέκο Αλεξανδράκη και τον Αντώνη Σουρούνη
5) Ο μπρουτάλ κύριος Καλογρίτσας

Ακολουθήστε το μπλογκ στο facebook και κάνετε like, αν σας αρέσει, πατώντας εδώ