Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Η Λωζάννη στα μάτια της Τουρκίας

Ο ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΓΑΡΤΑΝΗΣ ΑΝΑΛΥΕΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΠΟΥ ΗΛΘΕ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

«Η συνθήκη της Λωζάννης είναι αδιαπραγμάτευτη». Το ακούσαμε και το διαβάσαμε τόσες φορές πια τις τελευταίες μέρες, κι από τόσους
διαφορετικούς, που πρέπει να το… εμπεδώσαμε. Το είπαμε εμείς, το είπε και σύσσωμος ο δυτικός κόσμος, οπότε μετά… φουσκώσαμε από υπερηφάνεια που δεν υποκύψαμε στις προκλήσεις του μυστακοφόρου αγά εξ Ανατολών και συνεχίζουμε να πορευόμαστε με βάση τη νομιμότητα και το διεθνές δίκαιο
Κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας, βεβαίως. Διότι η συνθήκη της Λωζάννης, το έγγραφο που υπεγράφη σχεδόν 100 χρόνια πριν (1923) από πληρεξούσιους Ελλάδας, Τουρκίας και 11 ακόμα κρατών, με στόχο να λύσει τα ζητήματα της Εγγύς Ανατολής, αντιμετωπίζεται από τους γείτονες όλο αυτό το διάστημα σχεδόν ως κουρελόχαρτο. Και δεν είναι υπερβολική η λέξη. Σχεδόν κάθε άρθρο της συνθήκης απ’ αυτά που καθορίζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει παραβιαστεί από την τουρκική πλευρά.
Θα έπαιρνε σελίδες ολόκληρες να καταγράψουμε με κάθε λεπτομέρεια τις παραβιάσεις της συνθήκης. Θα αρκεστούμε μόνο στις πιο εξόφθαλμες απ’ αυτές.

Άρθρο 14: «Αι νήσοι Ίμβρος και Τένεδος, παραμένουσαι υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν, θα απολαύωσιν ειδικής διοικητικής οργανώσεως, αποτελούμενης εκ τοπικών στοιχείων και παρεχούσης πάσαν εγγύησιν εις τον μη μουσουλμανικόν ιθαγενή πληθυσμόν δι’ ό,τι αφορά εις την τοπικήν διοίκησιν και την προστασίαν των προσώπων και των περιουσιών. Η διατήρησις της τάξεως θα εξασφαλίζηται εν αυταίς δι’ αστυνομίας στρατολογουμένης μεταξύ του ιθαγενούς πληθυσμού, τη φροντίδι της ως άνω προβλεπομένης τοπικής διοικήσεως υπό τα διαταγάς της οποίας θα διατελή».
Θα ήταν ανέκδοτο αν η παραβίαση δεν συνοδευόταν από τραγικές ιστορίες και ουσιαστικό ξεκλήρισμα του ελληνικού στοιχείου στα δύο νησιά. ΤΙ-ΠΟ-ΤΑ απ’ αυτά που αναφέρει το άρθρο αυτό δεν έγινε εξ αρχής. Ούτε αυτόνομη διοίκηση, ούτε «ιθαγενής» αστυνομία, ούτε φυσικά και εγγυήσεις στον μη μουσουλμανικό πληθυσμό. Το 1927 καταργήθηκε επισήμως το καθεστώς αυτονομίας και η μειονοτική εκπαίδευση. Μετά το 1960, με τη λειτουργία της «ανοιχτής φυλακής» (στην ουσία άφησαν τους κατάδικους να κυκλοφορούν ελεύθεροι στα χωριά) και τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις περιουσιών, ο ελληνικός πληθυσμός εξαφανίστηκε.

Άρθρο 38: «Η Τουρκική Κυβέρνησις αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να παρέχη εις πάντας τους κατοίκους της Τουρκίας πλήρη και απόλυτον προστασίαν της ζωής και
της ελευθερίας αυτών, αδιακρίτως γεννήσεως, εθνικότητος, γλώσσης, φυλής ή θρησκείας. Πάντες οι κάτοικοι της Τουρκίας δικαιούνται να πρεσβεύωσιν ελευθέρως, δημοσία τε και κατ’ ιδίαν, πάσαν πίστιν, θρησκείαν ή δοξασίαν ων η άσκησις δεν ήθελεν είναι ασυμβίβαστος προς την δημόσιαν τάξιν και τα χρηστά ήθη».

Άρθρο 39: «Οι ανήκοντες εις μη μουσουλμανικάς μειονότητας υπήκοοι τούρκοι θα απολαύωσι των αυτών αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων ως και οι μουσουλμάνοι. Πάντες οι κάτοικοι της Τουρκίας, άνευ διακρίσεως θρησκεύματος, θα ώσιν ίσοι απέναντι του νόμου. Η διαφορά θρησκείας, δοξασίας ή πίστεως δεν οφείλει να αποτελέση κώλυμα δι’ ουδένα τούρκον υπήκοον ως προς την απόλαυσιν των αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων και ιδία την παραδοχήν εις τας δημοσίας θέσεις, αξιώματα και τιμάς ή την εξάσκησιν των διαφόρων επαγγελμάτων και βιομηχανιών».
Ο χαρακτηρισμός του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως ιδρύματος που υπάγεται στο τουρκικό δίκαιο (και όχι ως νομικό πρόσωπο διεθνούς δικαίου) αποτελεί την πρώτη και σημαντικότερη παραβίαση, μαζί με το κλείσιμο της θεολογικής σχολής της Χάλκης (1971). Οι μειονοτικοί πολίτες αντιμετωπίζονται από το 1942 και μετά με ειδικό φορολογικό καθεστώς. Σχολεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα έκλεισαν, οι ελληνικοί αθλητικοί σύλλογοι συγχωνεύθηκαν αναγκαστικά με τουρκικούς, εκδόσεις εφημερίδων απαγορεύτηκαν, η πρωινή προσευχή  στα ελληνικά σχολεία απαγορεύτηκε. Σύμφωνα με νόμο που ισχύει από το 1932 (!) απαγορεύεται στους μειονοτικούς να εξασκούν κάτι άλλο εκτός από 30 συγκεκριμένα επαγγέλματα!

Παράρτημα Περί Ανταλλαγής Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών, Άρθρο 2: «Δεν θα περιληφθώσιν εις την εν τω πρώτω άρθρω προβλεπομένην ανταλλαγήν: α) οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως β) οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης».
Η αρχή της πληθυσμιακής ισότητας των μειονοτήτων χάθηκε σχεδόν εξ αρχής. Η συνθήκη αναφέρεται σαφώς σε «Έλληνες» και σε «Μουσουλμάνους», σε καμία περίπτωση Τούρκους. Αποτέλεσμα της τουρκικής πολιτικής είναι σήμερα η ελληνική κοινότητα της Πόλης (μαζί με Ίμβριους και Τενέδιους) να μην ξεπερνά τις 2.500 ανθρώπους, ενώ αντίστοιχα η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης πλησιάζει τις 200.000, μαζί μ’ αυτούς που έχουν γεννηθεί μεν στην Ελλάδα, αλλά μετανάστευσαν είτε στην Τουρκία, είτε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Για να τελειώνουμε: Η Τουρκία μπορεί να μην έχει αναθεωρήσει τη συνθήκη αυτή καθ’ εαυτή, όμως έχει πετύχει τέσσερις φορές να αλλάξει προς όφελός της το status quo: Το 1936 με τη συνθήκη του Μοντρέ για το καθεστώς των Στενών, το 1939 με την προσάρτηση της περιοχής του Ισκεντερούν (Αλεξανδρέττα) στα σύνορα με τη Συρία, το 1974 με την απόβαση και κατοχή του βόρειου κομματιού της Κύπρου και το 1996 με την ντε φάκτο δημιουργία γκρίζας ζώνης στο Αιγαίο με τα Ίμια. Κατά τα άλλα, η συνθήκη είναι αδιαπραγμάτευτη…

** Δημοσιεύτηκε στη Live Sport της Κυριακής, 10 Δεκεμβρίου 
** Στη φωτογραφία η ελληνική αντιπροσωπεία που διαπραγματεύτηκε τη συνθήκη