Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Θεατρικό ραντεβού στα τυφλά

Συχνά τα ωραία πράγματα έρχονται απρογραμμάτιστα. Μου συνέβη με μια θεατρική  παράσταση. Για πρώτη φορά πήγα σε θέατρο τυχαία, απροετοίμαστος, ανενημέρωτος. Χωρίς να γνωρίζω το έργο και τον συγγραφέα, χωρίς να ξέρω ποιοι ηθοποιοί παίζουν, χωρίς να δω καν τα ονόματα των συντελεστών ή τις αφίσες με τις φωτογραφίες στην πρόσοψη, αλλά και χωρίς να έχω ξαναπάει στην ίδια αίθουσα. Δηλαδή, κάτι σαν «είδα φως και μπήκα» (βιαστικά γιατί η
παράσταση άρχιζε). Ντροπή; Από μια άποψη είναι ντροπή! Δεν αφήνεις στην τύχη την ψυχαγωγία σου και τα όποια λίγα βράδια που διαθέτεις για να θεατριστείς (ή να πας στον σινεμά). Ιδιαίτερα όταν στην Αθήνα υπάρχουν δεκάδες παραστάσεις και εσύ έχεις σταμπάρει τουλάχιστον 8-10 για να παρακολουθήσεις μέσα στη χρονιά.

Αλλά γι αυτό ακριβώς είδα φως και μπήκα: επειδή από λάθος μου πήγα στο Γκάζι για άλλη παράσταση που ήταν προγραμματισμένη για την επόμενη μέρα και δεν υπήρχε χρόνος για να βρω αλλού την ίδια ημέρα κάτι που με ενδιέφερε. Έτσι, για να μη χάσω τη βραδιά, μπήκα στο Tempus Verum/Εν Αθήναις τής οδού Ιάκχου, σε ένα περίεργο θεατρικό ραντεβού στα τυφλά. Ένα ραντεβού με μια ξεχωριστή δουλειά στην οποία όλα ήταν εξαίσια: η σκηνοθεσία, οι ηθοποιοί, το κείμενο και, πολύ σημαντικό, ο χώρος. Ένας πέτρινος χώρος, πιθανόν παλιά αποθήκη, πολύ κομψά, έξυπνα και με αισθητική φτιαγμένος.

Στα πρώτα λεπτά, έχοντας πλήρη άγνοια για το τι θα έβλεπα, ο καταιγιστικός λόγος τού συγγραφέα, του Ντάνκαν ΜακΜίλαν, στους «Πνεύμονες»  (αυτός ο τίτλος του έργου) δημιουργούσε την αίσθηση ενός θεατρικού βερμπαλισμού, μιας οικολογικής υστερίας για τη σωτηρία τού πλανήτη (ακόμα και με την προσωπική θυσία να μην κάνουμε παιδιά για να μην αυξήσουμε το διοξείδιο!) και, στη χειρότερη περίπτωση, μιας θεατρικής μοντερνιάς, από αυτές που σε παγιδεύουν στην αίθουσα και από ευγένεια δεν φεύγεις στη μέση του έργου.

Αλλά η συνέχεια ήταν μια αποκάλυψη. Λόγος πυκνός, γεμάτος νοήματα, που σμίλευε με λεπτομέρειες τους χαρακτήρες ενός ζευγαριού σε μεγάλες διαδρομές ζωής: από τα νιάτα τών τριάντα χρόνων του έως τα γηρατειά και τον χωρισμό με τον αναχώρηση του ενός για το ανεπίστρεπτο. Μια διαδρομή που κάλυψε με εξαίσιο σκηνοθετικό τρόπο ο Δημήτρης Λάλος. Και το κυριότερο: χωρίς σκηνικά, χωρίς κοστούμια, χωρίς ιδιαίτερους φωτισμούς (με εντυπωσίασε μια σκηνή που έγινε, αν κάτι δεν με ξεγέλασε, φωτισμένη μόνο από την οθόνη ενός κινητού τηλεφώνου ή, έστω, κάτι σαν οθόνη κινητού!)

Η πορεία τών δύο περνούσε σε χρόνους και σε χώρους, με έναν αέρινο τρόπο, μόνο με την πλαστικότητα των σωμάτων ή με τις μικρές αλλαγές στα μαλλιά τής πρωταγωνίστριας. Α, ναι, και με τη χρήση τής μουσικής. Οι δυο τους πορεύτηκαν από δωμάτια σε τόπους περιπάτου, σε νοσοκομείο, σε κοιμητήριο –όλα αυτά σε διάστημα δεκαετιών, με περάσματα από εποχή σε εποχή– χωρίς καμιά σκηνική βοήθεια και δίχως θεαματική αλλαγή φωτισμών. Υπέροχο χωρίς να είναι κραυγαλέο!

Ο Δημήτρης Λάλος χρησιμοποίησε μόνο ένα συναρμολογούμενο πλαστικό δάπεδο που το αποτελούσαν τετράγωνες ψηφίδες, περίπου 30 τετραγωνικών πόντων η κάθε μία, τις οποίες λίγο λίγο, στην εξέλιξη τού έργου, τοποθετούσαν οι δύο ηθοποιοί δημιουργώντας, σαν σε παζλ, διαδρόμους στους οποίους κινούνταν. Και υπήρχε, ακόμα, ως μοναδικό αξεσουάρ, ένα ελαφρύ μαύρο μπλουζάκι, που και αυτό «έπαιζε» με διαφορετικές χρήσεις στα χέρια τών πρωταγωνιστών, βοηθώντας με απλότητα στην αλλαγή καταστάσεων και εικόνων.

Η Βάσω Καβαλιεράτου και ο Μάξιμος Μουμούρης υπηρέτησαν τους ρόλους δυο νέων που αγαπήθηκαν, χώρισαν, ξαναέσμιξαν, αναρωτήθηκαν αν πρέπει να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί –σε ΑΥΤΟΝ τον κόσμο των προβλημάτων–, πικράθηκαν, πόνεσαν και παιδεύτηκαν. Υπέροχες ερμηνείες και από τους δύο σε ένα εμπνευσμένο κείμενο που πολύ θα ήθελα να το ζήσω άλλη μια φορά, αλλά γραπτό, ως αναγνώστης, για να κατανοήσω καλύτερα τον πυκνό λόγο του και τον σύγχρονο στοχασμό του. Πολύ πιθανό είναι ότι θα  ξανασυναντήσω το κείμενο ως θεατής. Γιατί στη λίστα με τις παραστάσεις που θα προσπαθήσω να προλάβω στη διάρκεια τής περιόδου, είναι πλέον και οι «Πνεύμονες». Δηλαδή θα τους ξαναδώ για να απολαύσω πάλι όσα πιο πάνω περιγράφω, ενδεχομένως με εκφραστική ανεπάρκεια στην προσπάθεια να αναδείξω και να μεταφέρω στον αναγνώστη τις αξίες και τις ιδιομορφίες της παράστασης. Συνιστώ αυτούς του «Πνεύμονες» σε όλους. Δίνουν ανάσες πνευματικής ποιότητας.

Δ.Β.


Αν σας αρέσει το μπλογκ δείξτε το στο facebook πατώντας εδώ