Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Το τανγκό, ξέρετε, θέλει δύο

Η ΜΑΡΙΑ ΔΕΔΟΥΣΗ σε μια παραμυθένια αφήγηση 

Σήμερα είπα να σας πω μια ιστορία που είχα ακούσει ένα βράδυ σ' ένα μπαρ στο Μπουένος Άιρες, επειδή τις καλύτερες ιστορίες τις ακούς στα μπαρ.
Ας πούμε ότι είναι μια ιστορία για το τανγκό. Ακούστε, λοιπόν.

Στ' αλήθεια δεν ξέρεις από που βγήκε η κουβέντα «το τανγκό θέλει δύο», μου είπε με το γνωστό του στόμφο ο Σενοφόντε, βάζοντας στον εαυτό του άλλο ένα ποτήρι κόκκινο χιλιανό κρασί. Παρότι έβριζε ασταμάτητα τα χιλιανά κρασιά, βαρετά, στυφά, φτηνές απομιμήσεις, ύβρις στ' αμπέλια, αυτό δεν τον εμπόδιζε να τα κατεβάζει σα νεροχύτης. Θα σου πω εγώ, λοιπόν, συνέχισε, πίνοντας άλλο ένα ποτήρι μονορούφι και ξινίζοντας θεατρινίστικα τη μούρη του.
Είναι η ιστορία του Ταντέο Γκόμες, είπε. Όλοι στο Μπουένος Άιρες ξέρουν την ιστορία του Ταντέο Γκόμες και να μην ακούς εκείνους που λένε ότι δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, δεν ξέρουν τι τους γίνεται.

Ο Ταντέο Γκόμες είναι ο σπουδαιότερος χορευτής τανγκό που γεννήθηκε ποτέ. Μεγάλωσε εδώ πιο πέρα, στο Σαν Τέλμο, φημισμένη οικογένεια οι Γκόμες, ο πατέρας του ήταν δικαστής και πολύ αυστηρός, αν έπεφτες στον δον Γκόμες δεν σε ξέπλενε όλος ο Παρανά. Από τους πιο παλιούς πορτένιος οι Γκόμες, από την Ισπανία είχαν έρθει οι παππούδες του σενιόρ δικαστή κι αν γνώριζες τη γυναίκα του, τη δόνα Ελμίρα θα το καταλάβαινες. Εκείνη έκανε κουμάντο στο σπίτι και στους άντρες του σπιτιού και κανείς δεν τολμούσε να της φέρει αντίρρηση. Αυτοί εκεί στη νότια Ευρώπη έχουν τις γυναίκες αρχηγούς, παράξενοι άνθρωποι, πώς να κάνεις καπετάνιο στο καράβι μια γυναίκα;

Ο Ταντέο προοριζόταν βέβαια να γίνει κι αυτός δικαστής, όμως από μικρός άρχισε και να χορεύει. Όσοι τον είχαν δει να χορεύει στα νιάτα του λένε ότι μόλις σηκωνόταν στην πίστα σταματούσε ο χρόνος, με τα βήματά του τον έκοβε στα δυο. Τα κορίτσια σπάνια μπορούσαν, λένε, να τον ακολουθήσουν κι ας έκαναν ουρά στις σάλες για να τις στροβιλίσει λίγο. Εκείνος δεν τους χαλούσε χατίρι, όμως ήταν πάντα φανερό ότι αυτός χόρευε κι εκείνες απλώς προσπαθούσαν λιγότερο ή περισσότερο άτσαλα να μην μπερδέψουν τα βήματά τους στα επιδέξια πόδια του. Κι εκείνος χόρευε και χόρευε, με τη μία και την άλλη, αναζητώντας την παρτενέρ που θα μπορούσε να ακολουθήσει τα βήματά του.

Πήγε πράγματι, που λες, στα σχολεία ο Ταντέο Γκόμες για να γίνει δικαστής και έγινε, όμως ποτέ δεν έφτασε τη φήμη του πατέρα του.. Ο πατέρας του είχε γίνει δικαστής από πεποίθηση, βλέπεις, εκείνος από οικογενειακή παράδοση. Δεν ήταν κακός λένε, μόνο πολύ δίκαιος, υπερβολικά δίκαιος για δικαστής. Ο δικαστής δεν πρέπει να είναι δίκαιος βλέπεις. Πρέπει να είναι ακροβάτης ανάμεσα στο δίκαιο και την αδικία, σάμπως έτσι δεν είναι και η ζωή;

Νέος, που λες, ο Ταντέο γνώρισε τη σενιόρα Χουάνα Περόν, δεν είχε καμία σχέση με τον Περόν της Εβίτας, είναι συχνό όνομα το Περόν εδώ στην Αργεντινή μην νομίζεις, εκείνη δεν αγαπούσε καθόλου το τανγκό όμως τον άφηνε να πηγαίνει στις σάλες και να χορεύει αναζητώντας πάντα την παρτενέρ που θα μπορούσε να ακολουθήσει τα βήματά του. Παντρεύτηκαν, κάποιοι λένε ότι η σενιόρα Χουάνα πήρε τη θέση της δόνα Ελμίρα στη ζωή του, δεν βαριέσαι, τι άλλο θέλεις άλλωστε, μια γυναίκα να σε προσέχει, να σου οργανώνει τη ζωή, να μην σε πρήζει βρε αδερφέ, όλα τα άλλα τα βρίσκεις κι αλλού. Η σενιόρα Χουάνα δεν εκτιμούσε καθόλου την πλευρά του Ταντέο που χόρευε. Πίστευε ότι ήταν μια ευτελής ενασχόληση το τανγκό, που τον εμπόδιζε να γίνει ένας σπουδαίος δικαστής και να της δώσει κι εκείνης τη θέση που της άξιζε στην κοινωνία του Μπουένος Άιρες. Όποτε κάποιος της μιλούσε για το ταλέντο του άντρα της, χαμογελούσε απαξιωτικά, έλα μωρέ, σιγά το ταλέντο έλεγε, ας μην ήμουν εγώ και θα είχε καταλήξει ένας χορευτάκος της σειράς... Τον άφηνε να χορεύει όμως που και που. Μα, για καιρό και όσο εκείνος ήταν ακόμα στα πάνω του, αν διέκρινε ότι εμφανιζόταν στις σάλες κάποια άλλη γυναίκα που ίσως να μπορούσε να ακολουθήσει τα βήματά του, φρόντιζε με τον τρόπο της να τον απομακρύνει από αυτήν. Γυναίκες... Δεν σε θέλουν, αλλά δεν θέλουν να σ' έχει και καμία άλλη. Θα τις μάθεις κι εσύ που θα πάει, μου είπε, με το δήθεν κυνικό ύφος που έχουν οι άντρες όταν ο έρωτας τους έχει αφήσει μόνο πίκρα γλιστρώντας μέσα από τα χέρια τους.

Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια, συνέχισε ο Σενοφόντε τη διήγησή του. Και ο Ταντέο Γκόμες συνήθισε να χορεύει μόνος του. Κι αν ακόμα βρισκόταν κάποια που θα μπορούσε κάπως να ακολουθήσει τα βήματά του, δεν χόρευε παρά μια-δύο φορές μαζί της και άλλαζε σάλα. Μια φορά, ένας φίλος του ρώτησε τον Ταντέο Γκόμες γιατί δεν βρήκε ποτέ μια παρτενέρ να χορεύουν μαζί και να γίνουν το πιο σπουδαίο ζευγάρι στις σάλες κι εκείνος απάντησε: «Έχω τα δικά μου βήματα. Αν αφήσω μια γυναίκα να με βάλει στα δικά της φοβάμαι ότι δεν θα είμαι πια εγώ. Προτιμώ να χορεύω μόνος μου. Όλα μπορείς να τα κάνεις και μόνος σου. Γιατί όχι και το τανγκό;»

Με τα χρόνια ο Ταντέο Γκόμες βάρυνε, χόρευε όλο και πιο σπάνια κι όταν χόρευε τα βήματά του ήταν πιο αργά και διστακτικά. Κι όταν, αραιά και που πια, πήγαινε στις σάλες, χόρευε με όλο και λιγότερο ικανές παρτενέρ, δεν αναζητούσε πλέον την τελειότητα στις κινήσεις που θα συμπλήρωνε τις δικές του. Σαν αυτούς που ξεκινούν από τα κορίτσια που κάνουν τον περίπατό τους στις αβενίδες, όμορφα και περήφανα έτοιμα να παραδώσουν την υπεροχή τους στα χέρια ενός σπουδαίου άντρα και καταλήγουν στα φτιασιδωμένα κορίτσια της νύχτας, αυτά που κανείς δεν θα κοιτούσε μέρα στο δρόμο, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ.

Η ώρα περνούσε και τα χιλιανά κρασιά έκαναν τη δουλειά τους, βαραίνοντας τα κεφάλια. Και λοιπόν, τι απέγινε αυτός ο Ταντέο, ρώτησα τον Σενοφόντε ανυπόμονα, αρχίζοντας να πιστεύω ότι δεν ήταν παρά μια ιστορία που είχε βγάλει από το κεφάλι του μόνο και μόνο για να περάσουμε άλλο ένα βράδυ πίνοντας.
Α, μην βιάζεσαι, μου απάντησε εκείνος, παραγγέλνοντας άλλο ένα μπουκάλι. Οι ιστορίες είναι για τις ιστορίες, όχι για το φινάλε τους.
Άρχισε πάλι να μιλάει.
Ήταν μια γυναίκα. Ήταν σπουδαία χορεύτρια κι αυτή και σαν τον Ταντέο Γκόμες χόρευε σχεδόν πάντα μόνη της, ή με περιστασιακούς παρτενέρ, κανείς δεν έφτανε τη χάρη της στο χορό όμως, δοκίμαζε κάποιους παρτενέρ αλλά τους άφηνε στην άκρη σύντομα για να πιάσει τον επόμενο ή να συνεχίσει να χορεύει μόνη της. Η φήμη της είχε εξαπλωθεί στην πόλη, πολλοί έλπιζαν ότι θα την έκαναν μόνιμη παρτενέρ τους, θα παρατούσε για χάρη τους όλους τους υπόλοιπους, θα απογείωναν και τη δική τους φήμη μαζί της. Κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς την έλεγαν, εκείνη ζητούσε να τη φωνάζουν Κερίδα. Το όνομά μας το διαλέγουμε μόνοι μας, έλεγε, όταν γεννιόμαστε κανείς δεν ξέρει ποιο όνομα μας ταιριάζει. Μα, τι παράξενη ιδέα κι αυτή, να μπορείς να διαλέγεις τ' όνομά σου. Οι γυναίκες είναι, ξέρεις... Και κούνησε κυκλικά το δάχτυλο δίπλα στο κεφάλι, τρελές ήθελε να πει.
Βλέποντας ότι έχει επιτέλους κερδίσει την προσοχή μου, ο Σενοφόντε χαμογέλασε. Δεν πίνεις όμως, μου είπε, και οι ιστορίες θέλουν κρασί.
Και; Συναντήθηκαν ποτέ αυτοί οι δύο, τον ρώτησα απότομα, διψώντας ξαφνικά για τη συνέχεια της ιστορίας πιο πολύ απ' όσο διψούσα για κρασί.
Χόρευαν για χρόνια σε πλαϊνές σάλες, μου είπε κι έκανε μια μεγάλη παύση, ο παραμυθάς, για να με εξιτάρει κι άλλο, χωρίς να συναντηθούν. Αλλά, ναι, συναντήθηκαν. Για έναν χορό. Και ήταν ο χορός που θα θυμάται για πάντα όλο το Μπουένος Άιρες. Χόρεψαν και χόρεψαν και κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει που ξεκινούσαν τα βήματα του ενός και που τελείωναν του άλλου και ξαφνικά ο Ταντέο Γκόμες έγινε πάλι νέος κι ανάλαφρος, ο σπουδαίος χορευτής που γεννήθηκε να είναι, κι όποιον και να ρωτήσεις απ αυτούς που είδαν εκείνο το χορό, το ίδιο θα σου πει, αν έπαυε να υπάρχει το τανγκό θα έπρεπε να πάψει να υπάρχει μετά από κείνο το βράδυ.
Ο Σενοφόντε σταμάτησε να μιλάει και άρχισε να χαϊδεύει αφηρημένα το χείλος του ποτηριού του με το ένα δάχτυλο. Δεν μίλησα ούτε εγώ. Το μπαρ ήταν σκοτεινό, όπως πρέπει να είναι τα μπαρ, ανθρώπινες σκιές παντού μισόσβηναν μέσα στο ποτήρι της η καθεμία.
Δεν έχει καλό τέλος αυτή η ιστορία, είπα, πιο πολύ στον εαυτό μου παρά στον Σενοφόντε.
Καμία ιστορία δεν έχει καλό τέλος, μου απάντησε εκείνος χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το ποτήρι του. Δεν το έχεις καταλάβει ακόμα αυτό;
Δεν ξαναχόρεψαν ποτέ μαζί, είπε μετά από λίγη ώρα. Αυτή έφυγε. Άλλοι λένε ότι την έδιωξε, άλλοι ότι έφυγε μόνη της, κανείς δεν ξέρει, τι σημασία έχει κιόλας... Έτσι κι αλλιώς αυτοί είχαν μάθει να χορεύουν πολλά χρόνια μόνοι τους. Ίσως και να φοβόντουσαν να παραδοθούν στα βήματα του άλλου. Είναι και το άλλο, ξέρεις, αν κάνεις κάποια στιγμή στη ζωή σου αυτό που πάντα ονειρεύεσαι, δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις. Γι αυτό μάλλον καλύτερα να ονειρεύεσαι για πάντα.
Κι αυτός; Τι έκανε αυτός, ρώτησα θυμωμένα τον Σενοφόντε. Άσε τις φιλοσοφίες σου και πες μου. Πήγε να πιάσει πάλι το ποτήρι και το έσπρωξα από το τραπέζι. Φτηνό κόκκινο χιλιανό κρασί πετάχτηκε παντού και για μια στιγμή ήταν σαν αίμα που ανάβλυζε από μια φρέσκια πληγή. Το αίμα είναι φτηνό, σκέφτηκα. Σαν χιλιανό κρασί.
Ο Σενοφόντε γύρισε το κεφάλι του προς το βάθος του μπαρ και κοίταξε ένα από τα παραδιπλανά τραπέζια. Σενιόρ Ταντέο, φώναξε σε μια από τις μοναχικές σκιές. Ελάτε να σας συστήσω έναν φίλο μου. Έχει έρθει από την Ευρώπη, θέλω πολύ να τον γνωρίσετε.
Η σκιά σηκώθηκε αργά και κινήθηκε βαριά και κουρασμένη προς το τραπέζι μας. Καθίστε για λίγο μαζί μας, του είπε ο Σενοφόντε. Μας σύστησε πράγματι. Είπαμε δυο τρεις κουβέντες, πώς σας φαίνεται κύριέ μου το Μπουένος Άιρες, μην νομίζετε, δεν είναι τόσο εξωτική πόλη όσο πιστεύετε εσείς στην Ευρώπη. Μερικές φορές είναι πολύ κουραστικό να ζεις εδώ. Μερικές φορές είναι πολύ κουραστικό να ζεις γενικά, μονολόγησε μετά και χαμογέλασε κάπως αμήχανα, σαν να ντράπηκε γι αυτό που είχε πει.
Δεν κρατήθηκα. Το τανγκό σενιόρ; Ο Σενοφόντε μου είπε ότι χορεύετε...
Α, το τανγκό. Έχω σταματήσει εδώ και χρόνια να χορεύω κύριέ μου, είπε και ήπιε μια γουλιά από το χιλιανό κρασί που του είχε σερβίρει ο Σενοφόντε.
Μα, γιατί, τον ρώτησα πιο ανυπόμονα απ' όσο θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου.
Με κοίταξε στα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα σαν να με μετρούσε. Είχε κάτι στοιχειωμένο το βλέμμα του.
Δεν έχω κανέναν λόγο να χορεύω κύριέ μου, μου είπε.
Το τανγκό, ξέρετε, θέλει δύο