Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Ο κακός γείτονας...

...ΚΑΙ Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΗΣ ΕΝΤΑΣΗΣ 

Η κακιά αρρώστια μπορεί να περάσει, ο κακός γείτονας ποτέ. Η Τουρκία ήταν κακιά γειτόνισσα των προπάππων μας, των παππούδων μας, των πατεράδων μας. Οι Τούρκοι είναι κακοί γείτονες δικοί μας, των παιδιών μας, αύριο των εγγονών μας και στο μακρινό μέλλον των απώτερων απογόνων μας. Η παμπάλαιη
μηχανή είναι έτσι ρυθμισμένη για να παράγει αδιάκοπα ένταση και αντιπαλότητα. Καθημερινά στο Αρχιπέλαγος, παιδιά εκπαιδευμένα να φτάνουν στα όριά τους –και από τις δυο ακτές τού Αιγαίου– κάνουν λουτρά αδρεναλίνης καθώς παραβιάζουν τον ελεύθερο αέρα της Ελλάδας τα μεν, και αναχαιτίζουν τα δε.

Ένα διαρκές παιχνίδι με την πρόκληση και τον θάνατο. Και πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος του θερμού επεισοδίου, όπως το προχθεσινό στη Ρόδο, όταν ελληνική ακταιωρός τού Λιμενικού πυροβόλησε κατά τουρκικού πλοίου, φαινομενικά εμπορικού, που δεν υπάκουσε στην εντολή να σταματήσει για να γίνει νηοψία. Οι σφαίρες βρήκαν το σκαρί τού σκάφους, με ό,τι κίνδυνο έκρυβε αυτό, αλλά άκουσα τον καθηγητή Ιωάννη Μάζη να αναφέρει σε ραδιοφωνική εκπομπή ότι η ελληνική αντίδραση –με τις βολές κατά του σκάφους– ήταν σωστή (άργησε κιόλας, είπε!) και αιφνιδίασε τους Τούρκους, που κατά την άποψή του προκάλεσαν προβοκάτσια.

Δεν ξέρω τι είναι το σωστό. Είμαι από εκείνους τους οποίους η ιδέα τού πολέμου τους συγκλονίζει. Φυσικά με συγκλονίζει αρνητικά. Και, ακόμα, ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι η συνεχής τσίτα των δυο χωρών, ταΐζει το θηρίο των εξοπλισμών που στέκει με ανοικτό το στόμα, τρέφεται με δολάρια συν ευρώ και ξεδιψάει με τον ιδρώτα των δυο λαών.

Όπως και να έχει, αυτή η συνεχής σχέση του δάκτυλου και της σκανδάλης, αυτό το χάιδεμά τους, μόνο αισιοδοξία δεν προκαλεί. Προκαλεί παράνοια, ειδικά όταν από πολλά πράγματα βλέπεις πόσο καλά, με πόση ευημερία μπορούν να ζήσουν οι δυο λαοί. Το αισθάνθηκα πριν από τρία χρόνια όταν πέρασα για ώρες από τα μικρασιατικά παράλια και ένα βράδυ έπινα με τη συντροφιά μου μπίρες στο Μπόντρουμ. Μια παρέα νεαρών Τούρκων, γύρω από το τραπέζι της ίδιας καφετέριας, απολάμβαναν ήσυχα το εθνικό τους ποτό, τα τσάι. Ζήτησαν να μας κεράσουν. Ζήτησα να τους κεράσω. Δεν έγινε τίποτα από τα δυο, παρά τις εκατέρωθεν «πιέσεις». Ήταν η πιο ειρηνική «μάχη» και μια πολιτισμένη εκατέρωθεν αναχαίτιση στο Αιγαίο. Και αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατό αυτά τα παιδιά να αλληλοσκοτωθούν με τα, δικά μας, της απέναντι ακτής. Αδιανόητο! Για εμάς αδιανόητο. Όχι για την καλολαδωμένη μηχανή της έντασης.

Διον. Βραϊμάκης
(Δημοσιεύεται στη Live Sport της Τετάρτης)