Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

To δύσκολο επάγγελμα του υπερήρωα

- Μαμά έλα, μια τ ε ρ ά σ τ ι α σφήκα μπήκε στο δωμάτιό μου.
Μισώ τις σφήκες. Περισσότερο κι απ' τη φρι τζαζ. Και από τα ρεβίθια.
Και τις φοβάμαι. Πιστεύω ότι ο κόσμος θα τελειώσει μετά από την επίθεση ενός γιγαντιαίου σμήνους γιγαντιαίων σφηκών στον πλανήτη, θα τις εξαφάνιζα ακόμα κι αν ήξερα ότι ξεκινάω ένα τσέιν ιβέντ που θα εξαφανίσει και όλα τα είδη, του δικού μας συμπεριλαμβανομένου το οποίο αυτό το τελευταίο δεν είναι απαραίτητα κακό.

Δεν ξέρω αν το είπα, αλλά τις μισώ τις σφήκες. Και τις φοβάμαι.
Παίρνω ανάσα και πάω.
Τι άλλο να κάνω δλδ, να φωνάξω το μπάτμαν; Αφού σ' αυτό το συγκεκριμένο σύμπαν ο μπάτμαν είμαι εγώ...
Μπαίνω μέσα, το τ ε ρ ά σ τ ι α ήταν φυσικά ψέμα. Είναι τιτανοτεράστια. Τουλάχιστον μισό μέτρο, με άλλο τόσο κεντρί μπορεί και μεγαλύτερο (κατάλαβες τώρα ΠΟΣΟ τις φοβάμαι τις σφήκες;)
- Σιγά το Γκοτζίλα παιδί μου... (ποιος τον γαμεί το Γκοτζίλα, ο Γκοτζίλα είναι φίλος μου, με τη σφήκα τι θα κανω;)
Η σφήκα έκανε αυτό το “ζζζζζζζ” που σου σηκώνει την πέτσα, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε "come on, make my day", έκανε και λίγο την ωραία αλλά λίγο ατάλαντα το 'κανε όλο αυτό, σαν τον Κλιντ Ίστγουντ.
Αρπάω ένα τσίτι και αισθάνομαι σαν το ηρωϊκό πολωνικό ιππικό που καλπάζει με τις ξιφολόγχες απέναντι στα πάντζερ. Είναι εκεί που σου απαντιέται φορ γκουντ η ερώτηση “μα καλά, αυτοί δεν φοβόντουσαν; Δεν ήξεραν ότι πάνε πάνω στο βέβαιο θάνατο; Δεν κόλωσαν;” Η απάντηση είναι “ναι, ναι και όχι”. Η απάντηση επίσης είναι “δεν είχαν εναλλακτική”.
Διότι είναι δύσκολο αυτό το επάγγελμα του υπερήρωα, μην νομίζετε, δεν είναι μόνο τα εμετικά κολάν και οι άβολες μπέρτες, είναι βασικά που σε σένα πλαφονάρει το έργο, το σύστημά σου προσδοκά σε σένα, αλλά εσύ δεν έχεις πουθενά να προσδοκάς. Οπότε, απαγορεύεται να φοβηθείς ή να κολώσεις, να φρενάρεις, να σταματήσεις, να υποχωρήσεις, ή να φωνάξεις βοήθεια. Δεν υπάρχουν αυτές οι οπσιόν στο μυαλό σου, απλώς παίρνεις ανάσα και πας, πάλι πρέπει να σώσεις τον κόσμο, είναι κοπιαστικό αυτό μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει.
Παίχτηκε το ματς, το πάντζερ υποχώρησε ατάκτως από το παράθυρο, φεύγοντας με κοίταξε μια τελευταία φορά και μου είπε “I ll be back”, σκληρά και εξίσου ατάλαντα το είπε, σαν τον Σβαρτσενέγκερ, ήταν προφανώς σινεφίλ περίπτωση, σ' ένα άλλο σύμπαν θα είχαμε πολλά να πούμε οι δυo μας.
Σκούπισα τη σκόνη από τη μπέρτα και βγήκα έξω.
-Έλα παιδί μου που φοβάσαι μια σφήκα. Αυτή σε φοβάται πιο πολύ.
Χαμόγελο.
Ήταν μια καλή μέρα για υπερήρωες.

Μαρία Δεδούση