Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Ιγκόρ, τι έχει το παιδί μου;

Η ΜΑΡΙΑ ΔΕΔΟΥΣΗ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ - «ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΚΟΠΩ ΣΕ ΚΟΜΜΑΤΙΑ, ΤΟΣΑ ΟΣΑ ΗΤΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΚΕΙ ΜΕΣΑ»

Μου 'ρθε σήμερα, που διαβάζω διάφορα για τον καρκίνο, να σας πω μια ιστορία, δική μου φυσικά, που δεν τη λέω και συχνά. Όταν η κόρη μου ήταν πέντε μηνών την πήγα στον παιδίατρο για το μηνιαίο τσεκ και της βρήκαν όγκο στο λαιμό. Τόσο απλά γίνεται αυτό, δεν έχει πολύ
δράμα, σου λέει ο παιδίατρος το παιδί σας έχει έναν όγκο στο λαιμό και πρέπει να το αντιμετωπίσουμε και ξαφνικά διακτινίζεσαι στη ζώνη του λυκόφωτος. Όπως γίνεται συνήθως στην ζωή μου εμένα, όλο αυτό είχε αυξημένο βαθμό δυσκολίας, διότι όλα αυτά συνέβησαν στην Πολωνία, όπου ζούσαμε τότε, και βέβαια συνέβησαν στα πολωνικά, μια γλώσσα την οποία δεν μιλούσα ακόμα καθόλου και συνέβησαν με Πολωνούς, έναν λαό με τον οποίο λόγω ιδιοσυγκρασίας δικής μου και δικής τους, δεν μπόρεσα ποτέ να συνεννοηθώ.

Μένω, λοιπόν, εγώ, παγοκολώνα, λέω τι εννοείτε, έχει το παιδί μου καρκίνο, δεν μου απαντάει κανείς, διότι αυτοί είναι τέτοιοι, δεν σου λένε ποτέ κάτι ευθέως, στα γυρνάνε όλα γύρω γύρω, επιμένω εγώ, γυρνάω στον άντρα μου, Ίγκορ πες του να μου πει τι έχει το παιδί, δεν ξέρω μου λέει αυτός, ψύχραιμος, θα δούμε, τι να δούμε αρχίζω και ουρλιάζω εγώ, πείτε μου κάποιος τι έχει το παιδί μου, πείτε μου τουλάχιστον τι μπορεί να έχει το παιδί μου, να ξέρω, μην φωνάζεις μου λέει, θα φωνάζω όσο θέλω του λέω, τίποτα, καμία απάντηση.

Γυρίζουμε στο σπίτι, το παιδί έπρεπε να χειρουργηθεί άμεσα, σε δύο μέρες, το στόρι ήταν ότι λόγω ηλικίας δεν μπορούσαν να κάνουν βιοψία πριν αφαιρέσουν τον όγκο, άρα θα έπρεπε να περιμένουμε να δούμε. Το βράδυ ο άντρας μου φεύγει ταξίδι και μένω μόνη με το παιδί που μπορεί να έχει καρκίνο αλλά μπορεί και να μην έχει και κανείς δεν μου λέει και κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί εγώ είμαι σαν την τρελή και έχω χάσει δέκα χρόνια από τη ζωή μου μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα και επί δύο μέρες περπατάω πάνω-κάτω σε ένα τεράστιο σπίτι που δεν με χώραγε και θέλω να πάρω το παιδί να γυρίσω στην Ελλάδα, όπου τουλάχιστον κάποιος θα με κοιτούσε στα μάτια και θα μου έλεγε κάτι και θα μπορούσα να τραβήξω και δέκα υστερίες χωρίς να με κοιτάει κανείς σαν να είμαι η τρελή από τη Μεσόγειο, όπου τελικά μάλλον όλοι τους τρελοί είναι…

Πήγαινα πάνω από το παιδί και το κοιτούσα και δεν ήξερα τι να κάνω, σκεφτόμουν ότι έπρεπε να προετοιμαστώ για κάτι και στη σκέψη αυτή νομίζω ότι έφτασα πιο κοντά στην τρέλα από ποτε. Πάμε στο Νοσοκομείο. Ογκολογικό παίδων. Παίρνουν το παιδί για χειρουργείο κι εγώ περιδιαβαίνω τρεις μέρες στους διαδρόμους και όσο περιμένω να μου πουν για το δικό μου παιδί ζω με τα παιδιά των άλλων που πολλά αργοπεθαίνουν στα κρεβάτια τους και πολλά παλεύουν με κάτι που δεν καταλαβαίνουν καν. Περνάω πενήντα φορές τη μέρα μπροστά από κάθε κρεβάτι, μαθαίνω τα ονόματα, τα πρόσωπα, μαθαίνω πότε κάνει το καθένα εμετούς μετά τη χημειοθεραπεία, ποιο ακούει μουσική, ποιο παίζει με αυτοκινητάκια, ποιο σε κοιτάει στα μάτια και ποιο είναι χαμένο στον κόσμο του, αρχίζω και καταλαβαίνω ποιο έχει καταλάβει ότι πεθαίνει και ποιο όχι και σταδιακά ξεχνάω το δικό μου παιδί, είναι τόσο τεράστιο αυτό που συμβαίνει γύρω μου που με πλακώνει εντελώς, με συνθλίβει, με εξαφανίζει σαν άτομο, αυτό που συμβαίνει γύρω μου είναι πανανθρώπινο, δεν έχει ταυτότητα, φύλο, ράτσα, χρώμα, δεν έχει καν λογική που να χωράει ο νους του ανθρώπου, είναι παιδιά που πεθαίνουν όλα μαζί και το καθένα μόνο του και ήθελα, θυμάμαι, να κοπώ σε κομμάτια, τόσα όσα ήταν τα παιδιά εκεί μέσα και να μπει κάθε κομμάτι μου μέσα σε κάθε παιδί και να του δώσω όση ζωή είχα.

Στις γωνίες, όπου πήγαινα για να καταρρεύσω, συναντούσα και τους άλλους γονείς, να καταρρέουν μόνοι τους και μετά να ανασυντάσσονται και να πηγαίνουν πάλι δίπλα στα παιδιά τους και κοιταζόμασταν στα μάτια και τα βλέμματα ήταν εντελώς άδεια. Το δικό μου παιδί γύρισε σπίτι καλά, δεν είχε καρκίνο, μέχρι εκεί κατάλαβα, τίποτε άλλο, ήμουν από τους τυχερούς, μου κλήρωσε ο πρώτος λαχνός κι από τότε έχω την τύχη να το βλέπω μέρα με τη μέρα να μεγαλώνει. Εγώ γύρισα σπίτι άλλος άνθρωπος. Ούτε καλύτερος, ούτε χειρότερος. Άλλος. Τι να πω τώρα; Τις κλισαδούρες; Τι ωραία που είναι η ζωή και αξίες και πίπες; Όχι δεν θα τις πω. Θα πω μόνο ότι τα θυμάμαι ακόμα τα παιδιά αυτά, Ένα ένα. Σαν να τα έχω δει μόλις χτες, κι ας ξέρω ότι πολλά δεν έβγαλαν ούτε το μήνα. Θα μου πείτε, άσε μας κουκλίτσα μου, καθένας έχει τη ιστορία του να πει. Να την πει, λοιπόν, αυτό είναι το νόημα, μόνο αυτό μένει, να λέμε τις ιστορίες, να στηρίζουμε κάπως ο ένας τον άλλον. Συχνά δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορούμε να κάνουμε.

Αν σας αρέσει το μπλογκ του Harddog δείξτε το στο facebook πατώντας εδώ