Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Ρατσιστές από τα γεννοφάσκια μας (*)

ΟΙ ΦΡΑΟΥΛΕΣ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΑΡΤΧΑΪΝΤ ΤΩΝ ΛΕΥΚΩΝ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’60. ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΠΟΥ ΥΠΕΣΤΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΑΣΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ 

Είμαστε ρατσιστές εξ απαλών ονύχων. Που πάει να πει όχι με μαλακά νύχια, κάτι σαν ελαστικοί μισάνθρωποι δηλαδή, αλλά από τα γεννοφάσκια μας. Δεν το διαπιστώνω τώρα με τις Φράουλες τής Οργής (ποια Σταφύλια,
κύριε Στάιμπεκ;) Το έχω δει από τα ίχνη που έχει αφήσει ο ρατσισμός τού Έλληνα στα ίδια του τα κτίρια όταν άρχισε να ναρκώνεται από την  ευημερία και να βυθίζεται στην επίπλαστη ευμάρειά του. Υπάρχουν ακόμα οι πολυκατοικίες  τού ’60 και του ’70 που διαθέτουν κάτι που σε εκείνα τα χρόνια ήταν απαραίτητο. Δηλαδή το ασανσέρ υπηρεσίας, το δωμάτιο υπηρεσίας και, σε κάποια σπίτια, τη σκάλα υπηρεσίας. Αθλιότητα! 

Έλληνες που μόλις είχε πάψει να βρωμάει το χνώτο τους με τη βοήθεια που είχαν από το ξυλάκι-γαρύφαλλο (το περιέστρεφαν στα δόντια εν είδει παστίλιας) και δρόσιζαν την αναπνοή τους με καραμέλες ΜΕΖ, έπρεπε για να ζήσουν συστεγαζόμενοι με τα «δουλικά» τους – έτσι τα αποκαλούσαν –, να διαθέτουν γι’ αυτά ένα χωριστό ασανσέρ. Διαστάσεων μισό επί ένα μέτρο. Μια κινούμενη τρύπα που έμπαινες με τη μούρη και έβγαινες με την πλάτη – στροφή εκεί μέσα δεν γινόταν. Και στα χλωμά, ανήλιαγα τριαράκια τους ήταν απαραίτητο το δωματιάκι για τις «υπηρέτριες». Που δεν είχαν δικαίωμα κανονικού δωματίου, αλλά έπρεπε να ζουν σε μια ποντικοφωλιά όπου χωρούσε ίσα ίσα ένα κρεβατάκι, μεταλλικό με σουμιέ, αν όχι ράντζο.

H Σπυριδούλα στη δίκη τής φρικαλεότητας
Ήταν η εποχή τού απαρτχάιντ τών λευκών μικροαστών – και δεν μπορούσε ο λευκός δούλος να χρησιμοποιεί τον ανελκυστήρα τού κυρίου του. Η εποχή που πάμπτωχα εξαθλιωμένα κορίτσια από την επαρχία γίνονταν μετανάστριες στη χώρα τους. Για να υποστούν την ευγνωμοσύνη τών αφεντικών της πόλης, τη χλεύη τής κοινωνίας και το χάχανο του κινηματογραφικού κοινού όταν διασκέδαζε, σχεδόν σε κάθε κωμωδία, με τις Δέσποινες Στυλιανοπούλου τής οθόνης που εκτίθονταν με τις ακραίες γλωσσικές τους γκάφες, την επαρχιώτικη αφέλειά τους και την αθεράπευτη δήθεν κλεπτομανία τους.

** Όπως λχ στον Ηλία τού 16ου όπου η πλούσια παθιασμένη χαρτοπαίκτρα φορτώνει μια κλοπή στη «δούλα» της για να δικαιολογήσει τα δικά της χαμένα.

** Και όπως και στην πραγματική ζωή με την τραγική Σπυριδούλα, που τη θυμηθήκαμε πάλι με τη Μηχανή του Χρόνου. Τη δωδεκάχρονη επαρχιωτοπούλα, δηλαδή, που σιδέρωσαν – κυριολεκτικά! – τα αφεντικά της, το ζεύγος Βεϊζαδέ γιατί, έλεγαν, τους είχε κλέψει κάποια δολάρια. Πράξη απίστευτης βαρβαρότητας που αποτιμήθηκε από τη Δικαιοσύνη του Έλληνα και του ελληνικού κράτους με πέντε χρόνια φυλάκιση για τους φρικαλέους βασανιστές!

Ρατσισμός και στα σχολεία , από τα ίδια μας τα παιδιά. Που επιτίθενται με κανιβαλική χλεύη στο χοντρό φίλο, στον τραυλό συμμαθητή, στη γεμάτη σπυράκια εφηβείας συμμαθήτρια. Παιδιά κι αυτά μιας κοινωνίας που κοίμιζε μέσα της το αίσθημα και τον όρο «ρατσισμός». Και που τώρα ξύπνησε και γράφει αστεία για κουνούπια με τον ιό τού Δυτικού Νείλου που βρίσκουν στην Ελλάδα σπιτικό (αφρικανικό) φαγητό. Και που, το χειρότερο, παίρνει το όπλο πυροβολώντας μαύρα «νομιστεράκια», κατά το γνωστό ανέκδοτοκαι που (για να θυμηθώ παραλλάζοντας κάτι από το υπέροχο κινηματογραφικό Capote) «πυροβολεί το ίδιο εύκολα που σου σφίγγει το χέρι». 

Διον. Βραϊμάκης

(*) Το άρθρο είχα αναρτηθεί τον Απρίλιο ου 2013 στον Harddog. Το αναδημοσιεύουμε με αφορμή την -ευρωπαϊκή αυτή τη φορά- απόφαση για τα γεγονότα της Μανωλάδας,

Αν σας αρέσει το μπλογκ του Harddog δείξτε το στο facebook πατώντας εδώ