Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Το αμάρτημα της μητρός μου

ΕΝΑ ΔΙΠΛΟ ΤΟΛΜΗΜΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ»

Η μεταφορά της Λογοτεχνίας στο Θέατρο είναι δύσκολο εγχείρημα –μαζί και επικίνδυνο για το αποτέλεσμα που θα προκύψει. Και όταν πρόκειται για τεράστια κλασικά  έργα όπως «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού, είναι σαν να σηκώνεις βαριές πέτρες που πριν είχαν βρεθεί σε
χέρια γιγάντων. Ο Αντώνης Στελιανέσης, ένας νέος σκηνοθέτης πλούσιος σε ιδέες, επιχείρησε να τις σηκώσει. Τόλμημα! Που συνδυαστικά έγινε μεγαλύτερο, έγινε διπλό, αποφασίζοντας να ανεβάσει τη θεατρική διασκευή στη δημοτική. Δυο οι βαριές πέτρες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην καταβαράθρωση. Δεν έγινε. Η παράσταση κινήθηκε σε αξιοπρεπέστατα επίπεδα  και σε ορισμένες σκηνές ήταν συγκλονιστική. Η σκηνοθεσία –και η διασκευή– σεβάστηκε και υποστήριξε το κλασικό κείμενο, δημιούργησε υποβλητική ατμόσφαιρα, δεν ξέφυγε σε μελοδραματισμούς (υπήρχε άμεσα ο κίνδυνος) και σε συναισθηματικές ευκολίες.

Ο λόγος του νεαρού Χρήστου Τζιάτζιου (φοιτητή θεατρολογίας) στο ρόλο του μεγάλου, του ξενιτεμένου, γιου, αφηγηματικός και ηθελημένα αχρωμάτιστος. Δεν παρασύρθηκε σε συναισθηματικές φορτίσεις, ακόμα και στα σημεία που η αφήγηση γινόταν σκληρή, όπως στην (προσ)ευχή του, να πάρει ο Θεός τη δική του ζωή και να αφήσει την Αννιώ, τη φιλάσθενη μικρή αδελφή του που αργοέσβηνε. Ο νεαρός πρωταγωνιστής, μια ζεστή σκηνική φυσιογνωμία, πολύ ταιριαστή με εκείνη του προσηνή ήρωα, κράτησε με συνέπεια την προφανή σκηνοθετική διδασκαλία. Η οποία απέφυγε να δώσει στην απλή αφήγηση οποιονδήποτε δραματικό τόνο. Ίσως θα έπρεπε να το κάνει σε κάποια σημεία, για να γίνει η αφήγηση πιο θεατρική, να δημιουργηθούν σκηνικές εικόνες. Αλλά η σκηνοθετική άποψη ενός ανθρώπου με θεατρικές γνώσεις είναι απολύτως σεβαστή και με ξεπερνά.

Η Μαίρη Νάνου στο ρόλο της «αμαρτωλής» μάνας ήταν εξαιρετική. Και στη σκηνή της αποκάλυψης του αμαρτήματος συναρπαστική.  Δεν μπορώ να γράψω τίποτε άλλο, δεν το επιτρέπουν οι δεσμοί που μας δένουν. Ένα μόνο: βλέποντάς την στο «Αμάρτημα της μητρός μου» διαπιστώνεις –και ας την παρακολουθείς χρόνια – ότι έχει  φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα υποκριτικής ωριμότητας. Και γι’ αυτό κάτι θα πρέπει να πιστωθεί στον Α. Στελιανέση.

Η απόδοση του κειμένου στη δημοτική οφείλεται στον Λάμπρο Σιάκα. Προσεκτική και δύσκολη δουλειά. Ο λόγος έγινε, με σεβασμό, πιο προσιτός για τον θεατή/ακροατή χωρίς να προδίδεται το πρωτότυπο. Η υποβλητική μουσική του Νίκου Τσίκου τονίζει την αφήγηση και τις σκηνές. Ο φωτισμός από τον Πάνο Γκόλφη δίνει βάρος και κύρος στην παράσταση. Λιτά τα κοστούμια (που δεν ακολουθούν την εποχή, αλλά ούτε μπορείς να τα χαρακτηρίσεις σύγχρονα) από τη Μάγδα Καλορίτη. Στη δραματουργική διδασκαλία συνετέλεσε η Κατερίνα Χάλκου. Στους συντελεστές για το στήσιμο της παράστασης ο Vladislav Zikovsky και η Ράνια Πάρδου. Όλοι μια ομάδα που δούλεψε για το θετικό αποτέλεσμα στο Θέατρο Παραμυθίας, στο Μεταξουργείο.  Να το δείτε όσοι μπορείτε. Είτε έχετε διαβάσει είτε όχι το μεγαλειώδες αφήγημα του Βιζυηνού.  

Δ.Β.

Αν σας αρέσει το μπλογκ του Harddog δείξτε το στο facebook πατώντας εδώ