Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Ένα αξέχαστο, αγαπημένο, βράδυ με τον Μίκη στη Μακρόνησο

Συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από μια ωραία βραδιά. Μια από τις πιο ωραίες, κοινωνικά, της ζωής μας. Μια βραδιά γεμάτη συγκίνηση και φόρτιση από το μαρτυρικό παρελθόν της Ελλάδας. Αναδημοσιεύουμε μετά από τρία ακριβώς χρόνια το θέμα που είχε αναρτηθεί στον Harddog για εκείνο το αξέχαστο βράδυ. Το κείμενο είχε τίτλο «Ένα βράδυ στην "Πύλη της Κολάσεως", στη Μακρόνησο του Μίκη...»

Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΚΟΥΑΝΤΑΝΑΜΟ

Το βράδυ του Σαββάτου ήταν περίεργο και μακρύ. Το βράδυ στο Μακρόνησο, εννοώ. Όπου συρρεύσαμε χιλιάδες (μπορεί και τέσσερις χιλιάδες) άνθρωποι για να παρευρεθούμε σε μια καλλιτεχνική και ιστορική σύζευξη: στη μουσική παράσταση για τη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη. Μια δουλειά αξιώσεων που παρουσιάστηκε τον χειμώνα στο «Μπάντμιντον» και που αμιγώς καλλιτεχνικά δεν μπορούσε να καταξιωθεί σε έναν ανοικτό χώρο, όπου χιλιάδες κόσμου περισσότερο άκουγαν παρά έβλεπαν, τόσο μακριά που είχαν απλωθεί αναγκαστικά από τη σκηνή. Και όπου ο ήχος δεν μπορούσε να έχει την τεχνική αρτιότητα μιας κλειστής σύγχρονης αίθουσας. Αλλά αυτό ήταν υπέροχο. Και όπως ανέφερα στις πρώτες γραμμές: παράξενο.

Κάποτε έφευγαν έτσι οι «απόβλητοι»

Γιατί όλοι εμείς πήγαμε ως χαρούμενοι «τουρίστες» σε έναν ιστορικό χώρου άγριου βασανισμού – στο ελληνικό Γκουαντάναμο. Στο χώρο που έδρασε ο τερατώδης Σκαλούμπακας και μαρτύρησαν εκείνοι που αρνήθηκαν να… ξαναγίνουν Έλληνες. Πήγαμε με πτυσσόμενες καρέκλες (όπως μας είχαν συμβουλεύσει οι διοργανωτές), μπουκάλια νερού και ζακέτες για το πρωινό κρύο, αφού το τελευταίο πλοίο τής επιστροφής που θα έφευγε από το νησί για το Λαύριο ήταν δρομολογημένο για τις 2.45 μετά τα μεσάνυχτα!

Εξηγώ το «περίεργο»: Περίεργο να πλησιάζεις ως ενθουσιώδης επισκέπτης στη Μακρόνησο έχοντας ακούσει την περιγραφή τού Μίκη για την πρώτη μεταγωγή του (από τις πολλές) στο νησί. Προσεγγίζοντας με το πλοίο, έχει πει, έβλεπε φωτιές. «Τι είναι αυτό; Η Πύλη της Κολάσεως;», αναρωτήθηκε.

Οι τυχεροί που πρόλαβαν να είναι κοντά στη σκηνή
Τώρα για εμάς η Μακρόνησος ήταν ένας παράδεισος μνήμης. Όπου περάσαμε καλά! Υπέροχα! Χωρίς να αγοράσουμε… «μέλι Μακρονήσου» που πουλιόταν λίγα μέτρα από την έξοδο των πλοίων, όταν αρχίζαμε τον ανηφορικό δρόμο για το χώρο τής εκδήλωσης, μυρίζοντας στον αέρα το κυρίαρχο άρωμα του νησιού: το θυμάρι. 

Όλα ήταν άψογα οργανωμένα. Η αναχώρηση από το Λαύριο με τάξη και με κάρτες διαφορετικών χρωμάτων για κάθε ένα από τα πολλά συνεχή δρομολόγια: το πρώτο στις 6.30 το απόγευμα, το τελευταίο στις 8.30 το βράδυ – μια περίπου ώρα πριν από τη έναρξη της παράστασης. Το ίδιο και η επιστροφή. Ανάλογα άψογη και η οργάνωση στο νησί όπου είχαν μεταφερθεί όλα τα χρειώδη: κινητή ιατρική μονάδα (από τους Γιατρούς του Κόσμου), γεννήτριες, κάδοι απορριμμάτων, σκηνικά, απορριμματοφόρα (για τη συλλογή των κάδων), χημικές τουαλέτες και χιλιάδες καρέκλες – που φυσικά δεν έφτασαν για τα πλήθη.
Μία από τις πολλές αφίξεις στο νησί

Η παράσταση έδωσε την ευκαιρία κάποιες στιγμές στον κόσμο να ξυπνήσει τη χαμένη επαναστατικότητα άλλων εποχών – λόγου χάρη όταν ακουγόταν ο διαχρονικός (και στις μέρες μας πολύ σύγχρονος) στίχος τού Ρίτσου: «Τούτο το χώμα (....) δε μπορεί κανείς να μας το πάρει». Μια επαναστατικότητα που ξύπνησε μεν, αλλά – μάλλον – ώσπου να φύγουμε από το νησί, όπου υπέφεραν χιλιάδες… πεισματάρηδες αρνητές της μετάνοιας, είχε αλλάξει πλευρό και ξανακοιμηθεί.

Η προσωπική μου αίσθηση για το αξέχαστο βράδυ: δεν ήταν ένα νυχτερινό πικ-νικ, όπως είπε κάποιος. Ήταν ένα προσκύνημα στο μεγαλείο του Μίκη και, περισσότερο, στο μεγαλείο αυτών που υπέφεραν στο Νησί της Κολάσεως.

Ένα προσκύνημα για όσους μπορούσαν να το νιώσουν σαν τέτοιο παραμερίζοντας την όποια «τουριστικότητα» στο εγχείρημα.

Διον. Βραϊμάκης