Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Η αβάστακτη γελοιότητα της δημοσιογραφίας

Νόμιζα ότι η δημοσιογραφία του δρόμου έχει αποδυναμωθεί. Ότι η Είδηση δεν βγαίνει, κυρίως, στο πεζοδρόμιο αλλά ότι λιμνάζει (και είναι έτοιμη να ορμήσει στη λεωφόρο της δημοσιότητας σαν απελευθερωμένο νερό) πίσω από κλειστές πόρτες γραφείων, κλειδωμένα συρτάρια (με κρυμμένα στικάκια ή μη, Ευάγγελε!) και κλειστά στόματα που γίνονται ευεπίφορα στην ακριτομυθία όταν έχουν τους λόγους τους. Αυτές τις μέρες κατάλαβα ότι πλανιόμουν. Και ότι η δημοσιογραφία του δρόμου ζει και βασιλεύει κάτω από περούκες παραλλαγής που δίνουν στο επάγγελμά μας το μερίδιο της γελοιότητας που του ανήκει όταν εμείς δεν το σεβόμαστε. Οι δύο δημοσιογράφοι που παρακολουθούσαν στη Νέα
Υόρκη με μεθόδους «Θου Βου φανερός πράκτωρ μηδέν μηδέν μηδέν» κυβερνητικό παράγοντα και συνοδούς του, θα μπορούσαν με τα καμώματά τους να είναι πρωταγωνιστές σε ταινίες των Μόντι Πάιθον, να ξεπεράσουν σε σπαρταριστές σκηνές τον Πίτερ Σέλερς, να υπερκεράσουν σε κωμικότητα τον Σαρλό και να αναζητήσουν τις ρίζες του ταλέντου τους στον προπάτορα της κωμωδίας, στον Μπάστερ Κίτον του βωβού κινηματογράφου.

Ναι, αλλά τι φταίει η δημοσιογραφία για το αμφίσημο και διττό ταλέντο ανθρώπων που την υπηρετούν και ως δημοσιογράφοι και ως μίμοι ή ηθοποιοί της κακιάς ώρας;

 Οι δυο τύποι που φόρεσαν περούκες, καπέλα και μαύρα γυαλιά (η μία περούκα είχε χρώμα καφέ – ναι καφέ!) δεν μεταμφιέστηκαν μόνο, αλλά πλαστογράφησαν την υπογραφή μέλους της ελληνικής κυβερνητικής αποστολής για να χρεώσουν σε αυτήν ό,τι κατανάλωσαν! Καρμιριά; Κίνηση παρέλκυσης για να πείσουν τους υπαλλήλου του ξενοδοχείου ότι ανήκουν στην ελληνική αποστολή και να κινούνται πιο ελεύθερα; Ή μήπως για να κάνουν μετά ρεπορτάζ που θα παρουσίαζε φουσκωμένο με περιττά έξοδα τον ελληνικό λογαριασμό και θα τον έσειαν σαν σημαία αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας για τη «διασπάθιση του δημοσίου χρήματος»;

Δύσκολο να καταλάβουμε τι σκέφτονταν οι νόες που βρίσκονταν μασκαρεμένοι και καλυμμένοι κάτω από καφέ (η μια) και μαύρη (η άλλη) φενάκες. Όπως και να έχει, και οι δύο περνούν στην ιστορία της ελληνικής δημοσιογραφίας για τη γελοιότητα της μεθόδου που χρησιμοποίησαν προκειμένου να βγάλουν «είδηση». Και για την προσφορά τους σε εκείνους που φτύνουν τη δημοσιογραφία. Κάποιες φορές καθόλου άδικα.

Διον. Βραϊμάκης 
(Δημοσιεύεται στη Live Sport της Τρίτης με τίτλο «Δημοσιογραφία της περούκας»)