Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

«Ή με παντρεύεσαι ή σε σκοτώνω»

Ο Νοέμβριος είναι ο μήνας που οι βοσκοί των ορεινών περιοχών παίρνουν το κοπάδι τους, μικρό ή μεγάλο, και κατεβαίνουν στα χειμαδιά. Κάποιον Νοέμβρη, πριν από πολλά πολλά χρόνια, σε ένα από τα χειμαδιά της Αργολίδας, ονόματι Ξηροπήγαδο, επλέχθη ένα φλογερό ειδύλλιο, καθόλα βουκολικό. Του παππού μου και της γιαγιάς μου. Του Γιώργη και της Ρήνας. Των γονιών της μητέρας μου. Εκείνος 1.60 με το ζόρι, αλλά μεγάλος γόης. Εκείνη 1.80 μια γυναικάρα με τα όλα της και περιζήτητη νύφη. Εκείνος πάμφτωχος. Εκείνη από καλή οικογένεια, για τα μέτρα του χωριού και της εποχής. Ερωτεύτηκαν ακαριαία. Εκείνον τον χειμώνα πρέπει να αναστέναξαν
οι κάμποι, τα βουνά και όλα τα βοσκοτόπια. Πέρασε ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη και το καλοκαίρι. Ο παππούς μου με το νταούλι του στο χέρι αποχαιρέτησε τη γιαγιά μου, γιατί κάθε καλοκαίρι και φθινόπωρο έκανε άλλη δουλειά, έπαιζε νταούλι στα πανηγύρια των χωριών. Φεύγοντας της υποσχέθηκε ότι θα κάνει τα αδύνατα δυνατά και θα περάσει από το χωριό τους να την δει.

Πέρασαν οι μήνες πουθενά ο παππούς. Η γιαγιά μου άρχισε να τα παίρνει στο κρανίο. Ήρθε ο επόμενος Νοέμβρης και ξανασυναντιούνται στα χειμαδιά. Αναστενάζουν πάλι οι κάμποι, τα βοσκοτόπια και όλος ο ορεινός όγκος. «Τι θα γίνει Γιώργη με εμάς;» τον ρωτά η γιαγιά μου. Ο παππούς άρχισε να της λέει κάτι σαν «μια χαρά είμαστε έτσι», «είμαι φτωχός» και κάτι τέτοια κουλά.

Η γιαγιά μου που ήταν στ' αλήθεια σκληρό καρύδι, αντέδρασε άμεσα. Ένα πρωί, αξημέρωτα, πήγε στην καλύβα του και τον περίμενε να ξυπνήσει. Όταν ο παππούς μου άνοιξε τα μάτια του είδε την κάννη ενός όπλου να τον σημαδεύει στο δόξα πατρί. «Γιώργη ή με παντρεύεσαι ή σε σκοτώνω τώρα και μετά σκοτώνομαι και εγώ» του είπε ήρεμα και αποφασιστικά.

Παντρεύτηκαν, έκαναν οκτώ παιδιά, έζησαν μες στη φτώχεια μια ολόκληρη ζωή, διότι οι γονείς της γιαγιάς μου την αποκλήρωσαν και της έκοψαν εσαεί την καλημέρα. Αφενός γιατί είχε παντρευτεί παρακατιανό και αφετέρου γιατί είχε σουρτουκέψει πριν να μπει το στεφάνι, έστω και με τον παρακατιανό. Ο Γιώργης και η Ρήνα υπήρξαν ερωτευμένοι, έως τα βαθιά γεράματα. Είχαν πάντα την απαίτηση, όταν πήγαιναν επίσκεψη στα παιδιά τους, να κοιμούνται μαζί στο διπλό κρεββάτι. Εάν κάποιο από τα παιδιά τους δεν δεχόταν αυτή την παραχώρηση, πολύ απλά δεν το επισκέπτονταν! Πέθαναν και οι δύο σε βαθιά γεράματα. Πρώτα ο παππούς και μετά από λίγους μήνες και η γιαγιά από το μαράζι της.

Χριστίνα Καπετανοπούλου (από το fb)