Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Ο ξεχωριστός Σπύρος Ζαγοραίος που γνώρισα μαζί με… ακροβάτες

Φεύγοντας από τη ζωή ο Σπύρος Ζαγοραίος παίρνει μαζί του μια ολόκληρη εποχή τού λαϊκού τραγουδιού, με πολύ νταλκά, δάκρυ, υπερβολικό στίχο, αλλά αγνό. Δεκαετίες του ’60 και του ’70: λαϊκό τραγούδι, πραγματικά λαϊκό. Με σωστές φωνές, μέταλλο, πάθος και ψυχή. Καμιά σχέση με τη χυδαιότητα των δεκαετιών που ακολούθησαν, την ακαλαισθησία, τις γυμνές φωνές που ήταν ευθέως ανάλογες με τα ημίγυμνα σώματα στα πάλκα. Ο Σπύρος Ζαγοραίος κινήθηκε μακριά από τα μεγέθη τού Καζαντζίδη, του Μενιδιάτη, του Περπινιάδη. Μικρότερο άστρο. Αλλά ήταν το ίδιο ή και περισσότερο αυθεντικός, πιο κοντά στο αφτιασίδωτο λαϊκό.Έξοχος ερμηνευτής. Αυτός και η Ζωίτσα του τις φωτογραφίες), ένα θρυλικό δίδυμο. Τον γνώρισα, θυμάμαι, ως θεατής, όταν ήμουν πιτσιρίκος, στις περιοδείες θεατρικών σχημάτων (επιθεωρησιακών κυρίως, αλλά μαζί με… ακροβάτες, μίμους, κονφερασιέ και τραγουδιστές!) στις συνοικίες και στους δήμους πέριξ της Αθήνας. Στα λεγόμενα κινηματοθέατρα. +/- Δείτε τη συνέχεια

Δεν έτυχε – ούτε το έψαξα – να τον δω και να τον ακούσω σε νυχτερινό κέντρο. Δεν είχα κόλλημα μαζί του. Θυμάμαι, όμως, πόσο ευχάριστο ήταν το άκουσμα στην παθιασμένη και ζεστή «Προσευχή» του (εδώ στο youtube), τότε που «έφαγα τη γη να σ’ αναζητάω, σκίζω τα βουνά και παντού ρωτάω».
Τον τελευταίο καιρό, δεν ξέρω πώς, έβαζα αρκετές φορές δουλεύοντας στο κομπιούτερ μερικά mp3 με λαϊκά τραγούδια εκείνης της εποχής. Ανάμεσά τους και ο «Διαβολάκος» (ακούστε το εδώ). ΄Επιασα τον εαυτό μου να τον ακούω ασυνήθιστα επίμονα, με επαναλήψεις, ανύποπτος ότι σε λίγες μέρες θα μαθαίναμε για τον θάνατό του. Μόλις τώρα πρόσεξα το τράβηγμα σε κάποιες στροφές εκείνου του τραγουδιού: «Αν εκτίμησες παλάτια, λίρες και στολίδιααααα/ πέταξέ την τήν καρδιά σου μεσά στα σκουπίδιαααααα». Καθόλου μάγκικο και διόλου εξεζητημένο. Αλλά αυτό το σύρσιμο της φωνής είχε μια ζεστασιά που την ξεχώριζε.
Ξεχωριστός και αυτός μιας εποχής που δεν ξέρω αν την κάνει η παιδική νοσταλγία πιο ξεχωριστή από όσο πραγματικά είναι