Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Γράμμα στον Γιάννη Κάργα

Αγαπητέ Γιάννη, 

Παραβαίνοντας τον άγραφο νόμο «όταν δεν κατηγορείσαι, μην απολογείσαι» έσπευσες να δηλώσεις ότι «δεν είσαι στημένος» δίνοντας εξηγήσεις για την ατυχία σου στο αυτογκόλ της Τρίτης – προφανώς επειδή ειπώθηκαν και γράφτηκαν κάποιες ανοησίες. Ένιωσες ένοχος χωρίς να είσαι, γιατί σε βαραίνει το προπατορικό αμάρτημα του ελληνικού ποδοσφαίρου, αυτό που σηκώνει στις πλάτες της ΚΑΙ η δική σου ποδοσφαιρική γενιά. Αισθάνθηκες την ανάγκη να απολογηθείς σαν να ήθελες να ξορκίσεις μια αρρώστια που έχει προσβάλει το ελληνικό ποδόσφαιρο, αλλά οι ιερείς και διάκονοι των θεσμών την αντιμετωπίζει σαν βασκανία. +/- Διαβάστε τη συνέχεια

Όταν δημοσιοποιήθηκε το «αυτοί να κερδίζουν και οι άλλοι να πάνε να γαμηθούν», ήσουν σχολιαρόπαιδο. Τότε τους έπιασαν με τη γίδα στον ώμο, αλλά τους άφησαν να φύγουν με ευχές και καταβόδια. Και εσύ, παιδί οκτώ χρονών, δεν είδες τιμωρία, κάθαρση, εξαγνισμό. Κράτησες μέσα σου το σποράκι της συλλογικής ενοχής, και εκείνο φυτεύτηκε όταν φόρεσες ποδοσφαιρικό παπούτσι.
Μεγάλωσες με τις θεωρίες – που δεν ήταν πάντα απλές θεωρίες – περί παράγκας, βρωμιάς, στημένων αγώνων, διαβρωμένων θεσμών, προσεταιρισμένων δημοσιογράφων, εντεταλμένων διαιτητών. Και τότε το σποράκι άρχισε να ριζώνει.
Γνώρισες, έμαθες και άκουσες – κάποτε με υπερβολές – για παράγοντες, σε όλες τις κατηγορίες, που αν τους ξύσεις θα βρεις από κάτω λέπια. Τότε ήταν που οι ριζούλες της κοινωνικής σου συνενοχής άρχισαν να βλασταίνουν.
Σιγά σιγά έμαθες ότι στο ποδόσφαιρό μας τρέχουν τα άλογα, τρέχουν και τα γαϊδούρια, αλλά ενίοτε κερδίζουν τα δεύτερα. Την Τρίτη, λίγο πριν από την έναρξη του αγώνα, αλλά και μέρες πριν, είδες τον πρόεδρό σου να αλλάζει κατεύθυνση – στα 60 του! – με θεαματική πιρουέτα και να ρίχνει ροδοπέταλα εκεί που έφτυνε από το βάθος της χολής του. Με το αυτογκόλ λίγη ώρα μετά, το προπατορικό εξερράγη μέσα σου και ένιωσες την ανάγκη να φωνάξεις «αθώος
Όμως, Γιάννη, η αυθόρμητη, νεανική, αντίδρασή σου φανερώνει ακόμα περισσότερο αθωότητα ψυχής και πράξεων. Αθωότητα που πιτσιλίζεται από λάσπη σε ένα πεδίο, το ποδοσφαιρικό, γεμάτο βουρκάρια. Και το οποίο θα καθαρίσει μόνο όταν τα σκουλήκια βγάλουν πόδια. Δηλαδή ποτέ!

Διον. Βραϊμάκης 

(Δημοσιεύεται στη Live Sport του Σαββάτου)