Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Το λουκέτο στην αντιχουντική «Βραδυνή» και... το ερωτικό φωτορομάντζο με ποδοσφαιρικό αστέρα

Κλείνει και η «Βραδυνή», μια εφημερίδα με ιστορία και με μεγάλη απήχηση – κάποτε – στον κόσμο που απευθυνόταν. Έζησε ημέρες δόξας και υψηλών κυκλοφοριών την εποχή του ιστορικού εκδότη της Τζώρτζη Αθανασιάδη που δολοφονήθηκε μέσα στο γραφείο του τη δεκαετία του ΄80. Και από τότε άρχισε η παρακμή, ο εκφυλισμός και η πτώση. Μια εφημερίδα που συναγωνιζόταν την «Απογευματινή» τού Μπότση για τη δημοσιογραφική κυριαρχία στη συντηρητική παράταξη. Η «Βραδυνή» έμπαινε σε πολλά σπίτια. Καθημερινά και αδιάλειπτα. Και διαβαζόταν από την πρώτη σελίδα ως τα μονόστηλα και τα δίστηλα ειδησάρια της τελευταίας. Η οποία (τελευταία) ήταν για τις εφημερίδες τής εποχής – τις περισσότερες τουλάχιστον – ένα ταμπλό συχνά (όχι πάντα) ασήμαντων πληροφοριών που σαγήνευαν τον αναγνώστη εκείνων των καιρών. Όλες φύρδην μίγδην, παρμένες και από το αστυνομικό δελτίο και από τηλεγραφήματα των διεθνών: πορτοφολάδες, ξυλοδαρμοί, μοιχείες, αστεία γεγονότα, περίπατοι βασιλιάδων – ένας σωρός χρήσιμων και άχρηστων πληροφοριών! Οι κύριοι διάβαζαν τα πολιτικά και όλα όσα ανέφερα. Οι κυρίες τα λαϊκά αναγνώσματα. Και από αυτά η «Βραδυνή» των καλών εποχών είχε πολλά. +/- Δείτε τη συνέχεια

Θυμάμαι ένα φωτορομάντζο με παράδοξο πρωταγωνιστή. Μια ιστορία έρωτα με πολλή εικονογράφηση όπου πρωταγωνιστούσε μέγας ποδοσφαιρικός αστέρας εκείνων των ημερών. Επειδή θέλω να είμαι ακριβής, κρατάω μια επιφύλαξη (μικρή όμως) γι' αυτό που λέει η απώτερη μνήμη μου: ότι δηλαδή ήταν ο Τάκης Λουκανίδης. Ίσως να κάνω λάθος. Ίσως. Αλλά μιλάμε για υποπιθανότητα...

Στα προδικτατορικά χρόνια η «Βραδυνή» απέκτησε και το πρωινό της αδερφάκι, την «Ημέρα». Μια μοντέρνα εφημερίδα, λιγότερο λαϊκή, με προχωρημένο για την εποχή σχεδιασμό – πολλά λευκά στις σελίδες, μεγάλα γράμματα, περισσότερες φωτογραφίες. Αλλά έκλεισε και επανεκδόθηκε για λίγο (σαν φωτογραφικό φλας που ανάβει) στη Μεταπολίτευση για την υποδοχή τού «εθνάρχη Καραμανλή».

Στα χρόνια της δικτατορίας η «Βραδυνή» έκανε αντιπολίτευση! Δεν της το ΄χες. Δεν πίστευες ότι ειδικά αυτή (μια λαϊκή συντηρητική εφημερίδα) θα μπορούσε να το κάνει. Σόλοικο και παράτολμο, αλλά το έκανε! Στην εμπροσθοφυλακή τού αντιδικτατορικού δημοσιογραφικού αγώνα είχε το σατιρικό πενάκι τού Βασίλη Χριστοδούλου. Δεν ήταν ο κατ’ εξοχήν πολιτικός σκιτσογράφος (όπως λόγου χάρη ο Φωκίωνας Δημητριάδης των «Νέων»). Ήταν κορυφαίος της κοινωνικής γελοιογραφίας («Ρομάντζο»), αλλά στη «Βραδυνή» (προερχόμενος από τη δημοκρατική «Αθηναϊκή» που είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) έγραψε ιστορία με τη σειρά των αντιχουντικών γελοιογραφιών του.

Η «Βραδυνή» έκλεισε στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 και επανεκδόθηκε, νομίζω στα τέλη της δεκαετίες του ΄90 (τα γράφω από μνήμης και βιαστικά, τίποτα δεν ψάχνω) από τον Γιώργο Τράγκα. Πουλήθηκε αργότερα και μετά ήρθε το ραγδαίο ξέφτισμα που οδήγησε στο κλείσιμο του καθημερινού φύλλου (συνεχίζει το κυριακάτικο) και αφού προηγήθηκαν μέρες ένδειας για το προσωπικό της που έμεινε (όσο απέμεινε…) απλήρωτο για μήνες.

Ως «αναστολή έκδοσης» αναγγέλλουν το λουκέτο, αλλά εννοούν ταφόπετρα. Κι έτσι ο ρημαγμένος στόλος τού κλάδου λιγόστεψε κατά μία βάρκα. Που κάποτε ήταν θωρηκτό...

Υστερόγραφο 1: Κάνοντας τα πρώτα μου βήματα στη δημοσιογραφία ως αμούστακος νεαρός συνεργάτης (συνεργατάκος για ματς των αθηναϊκών πρωταθλημάτων) στο «Φως» τού Θόδωρου Νικολάΐδη, ανέπνεα τα μελάνια και το αντιμόνιο από το πιεστήριο της «Βραδυνής» που βρισκόταν στο ισόγειο του μεγάρου στην αρχή της Πειραιώς. Εκεί, κλεισμένο με μεγάλη τζαμαρία προς θέαση των διερχομένων όταν «έβαζε μπρος» μπουμπουνίζοντας, πολυβολούσε βγάζοντας αράδα εφημερίδες. Το «Φως», η «Βραδυνή» και το πιεστήριό της βρίσκονταν στο ίδιο κτίριο με το στενό αργό ασανσέρ των δύο ατόμων…

Υστερόγραφο 2: Πάνω αριστερά το πρωτοσέλιδο της «Βραδυνής» για τη σφαγή του πολυτεχνείου.«Αίμα έρρευσε», ανέφερε στο καπέλο του τίτλου. Με «αρνητικό» (λευκά γράμματα σε μαύρο φόντο). Στο μέσον και κάτω δύο από τις αντιχουντικές γελοιογραφίες του Βασίλη Χριστοδούλου τις μέρες προηγήθηκαν του δημοψηφίσματος για το «Ναι» ή «Όχι» στο παπαδοπουλικό σύνταγμα του ΄68.

Διον. Βραϊμάκης 

Διαβάστε ακόμα: Φουσκώνει και... Σκάι το ποτάμι (και) της δημοσιογραφικής ανεργίας