Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

«Γλυκοφαγώματα, πικροχεσίματα»

ΟΤΑΝ Η ΜΟΥΤΟΥΣΗ ΚΛΕΒΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ! Ο «ΠΛΟΥΤΟΣ» ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ-ΑΝΑΣΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ

Ο Σαββόπουλος είναι το ηχείο νεανικών – σχεδόν παιδικών – χρόνων. Μια φωνή που έρχεται με «Φορτηγό» από τα βάθη των νιάτων μου και τον πυρήνα της πρώιμης εφηβείας μου. Αλλά και με ένα διαστημόπλοιο αναμνήσεων από τον μακρινό πλανήτη τής μαγικής δεκαετίας, με τους «Εκδρομείς του ΄60». Με αυτές τις αναμνήσεις – με ένα μέρος τους τουλάχιστον – συναντήθηκα το βράδυ της Παρασκευής σε έναν άλλον μαγικό χωροχρόνο, αυτόν της Επιδαύρου.
(Γιατί η Επίδαυρος δεν είναι μόνο χώρος: είναι και χρόνος. Με μια μοναδική φόρτιση από το παρελθόν και δεν εννοώ μόνο τους αρχαίους προγόνους αλλά και τους σύγχρονους συγκατοίκους αυτής της πονεμένης χώρας: Κοτοπούλη, Παξινού, Μινωτής, Μελίνα, Αλέκα Κατσέλη, Κατράκης, Κουν, Χατζιδάκις – μια ατέλειωτη παρέλαση καλλιτεχνικών γιγάντων από όλες τις νεότερες εποχές).
 +/- Δείτε τη συνέχεια

Στην Ελλάδα τής Φτώχιας ο «Πλούτος» τού Αριστοφάνη έχει ξεχωριστή σημασία. Και η παράσταση του εθνικού μας Νιόνιου βοήθησε η σημασία αυτή να γίνει μεγαλύτερη, ποιοτικότερη, ουσιαστικότερη. Δεν ήταν από εκείνες τις παραστάσεις που μένουν στη θεατρική μας ιστορία ως μεγαλουργήματα. Αλλά ήταν μια καλλιτεχνική προσπάθεια που ξεχώριζε.

** Σύγχρονη χωρίς να μοντερνίζει,
** επικαιροποιημένη χωρίς επιθεωρησιακά εμβόλιμα,
** ευρηματική δίχως ακρότητες,
** με νεωτερισμούς αλλά και με απέραντο σεβασμό στο κείμενο.

Και κυρίως, με μεγάλο ατού (πέρα από τον ίδιο τον Διονύση) μια μουσική καταξιωμένη και δικαιωμένη εδώ και κοντά τριάντα χρόνια, από το 1985 όταν πρωτακούστηκε σε έναν άλλον «Πλούτο» της Επιδαύρου.

Είδαμε έναν μελωδικό Αριστοφάνη. Έναν αριστοφανικό Σαββόπουλο ή, αν θέλετε, έναν… σαββοπουλικό Αριστοφάνη. Με τη θυμοσοφία και των δυο να μπλέκεται σε μια παράσταση που περί το τέλος της έγινε σχεδόν μουσική, όταν για λίγο, υπαινικτικά, ακούσαμε από ζωντανή ορχήστρα με ρόλους νότες και λόγια μουσικών κομματιών τού Σαββόπουλου (και όχι μόνο) μιας διαδρομής δεκαετιών.

Εξαιρετικές ερμηνείες, υπέροχος ο Λούλης (με θαυμάσια κίνηση) και κορυφαία η Αμαλία Μουτούση στον ρόλο της Πενίας. Φάνηκε να κλέβει την παράσταση. Αλλά αυτό ώς την στιγμή που μπήκε ο Σαββόπουλος ως «Άγγελος εξάγγελος» με το άσπρο του κοστούμι και με το δεκανίκι του. Μπήκε κι έκλεψε ολόκληρο το θέατρο! Ένας Σαββόπουλος τρυφερός, δηκτικός, αυτοσαρκαστικός. Και με το πνεύμα του αυθεντικού θυμόσοφου όταν αναφερόταν στην κατάντια της Ελλάδας ή στον τρυφηλό βίο τών δανείων τού πάρτι, μιλώντας για τα «γλυκοφαγώματα, πικροχεσίματα».

Όλα αυτά – θα το ξαναπώ – σε ένα περιβάλλουν όπου βρίσκεις τις χαμένες αναπνοές σου από την ασφυξία μιας ζωής που προσπαθούν να μας την κάνουν όλο και πιο αφόρητη. Αλλά που τους ξεφεύγουμε όταν κρυβόμαστε πίσω από χώρους και χρόνους πολιτισμού. Όσο αντέχουμε να ξεφεύγουμε, δηλαδή. Γιατί φοβάμαι πώς το κυνηγητό είναι άνισο. Αυτοί τρέχουν πιο πολύ, έχουν χάλκινα έντερα (που λέει και η λέξη!), βιονικά πνευμόνια και σιδερένιο χέρι. Όμως, όσο υπάρχουν καταφύγια για την ψυχή μας, όσο δηλαδή έχουμε Σαββόπουλους και Επιδαύρους, θα το παλεύουμε.

Διονύσης Βραϊμάκης