Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Μια καταπληκτική παράσταση!

Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΣΜΥΡΝΗΣ, Η ΣΜΥΡΝΗ, Η ΕΥΤΥΧΙΑ, Η ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ, Ο ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Ο ΧΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η… ΜΟΙΧΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΚΑ 

Το βράδυ της Δευτέρας είχα για επιλογές εξόδου ένα δίλημμα με δυο εξωφρενικά διαμετρικά αντίθετα κομμάτια στη ζυγαριά. Η φαινομενικά παράδοξη αμφιταλάντευση ήταν: να πάω Ριζόπουλη για το Απόλλων-Λάρισα (σωστά το σκεφτόμουν γιατί όπως έμαθα και διάβασα έγινε ματσάρα, με νικήτρια την παλιά συμπάθεια, την Ελαφρά Ταξιαρχία) ή να κάνω κάτι που θα έπρεπε να το είχα κάνει εδώ και τέσσερα χρόνια – και αισθάνομαι αδικαιολόγητος γι’ αυτό: να πάω στο «Χώρα» για να δω την «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου», ίσως την καλύτερη παράσταση της χώρας εδώ και χρόνια. Επέλεξε το δεύτερο! Και δικαιώθηκα με έναν τρόπο απόλυτο. Είχα χρόνια να βρεθώ ανάμεσα σε ένα θεατρικό κοινό που όχι απλώς χειροκροτά, αλλά αποθεώνει ΟΡΘΙΟ για, ούτε ξέρω, πόσα λεπτά: μπορεί και τέσσερα, μπορεί και πέντε! +/- Δείτε τη συνέχεια

Δεν γνωρίζω αν ή ίδια το έχει καταλάβει – που μάλλον το έχει – , αλλά η Νένα Μεντή παίζει τον ρόλο τής ζωής της. Κι’ όχι μόνο της δικής της. Έναν ρόλο ζωής για το ελληνικό θέατρο. Κάτι βέβαια που αντανακλά και στον άλλον μεγάλο συντελεστή της επιτυχίας, στον Πέτρο Ζούλια – τον άνθρωπο που διασκεύασε το βιβλίο τής Ρέας Μανέλη (εγγονής της Παπαγιαννοπούλου) «Η γιαγιά μου η Ευτυχία» (*) και σκηνοθέτησε την παράσταση.

Γράφω αυτό το κομμάτι με απόσταση πολλών ωρών, κοντά είκοσι τεσσάρων – για να καταλαγιάσει μέσα μου ο ενθουσιασμός, να υποχωρήσει η έξαψη του μυαλού μου και να σκεφτώ πιο καθαρά, πιο αντικειμενικά. Αλλά η έκπληξη από αυτό που είδα είναι αναλλοίωτη. Τέτοιος μηχανισμός θαυμασμού για θεατρική παράσταση, έργο και ερμηνεία είχε να δουλέψει μέσα μου σε στροφές υπερθέρμανσης, από το «Δεσποινίς Μαργαρίτα» (**) με την Έλλη Λαμπέτη και σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη.


Όσα κοσμητικά επίθετα κι αν αναζητήσω στα φαρέτρα του λεξιλογίου μου, δεν θα βρω τα κατάλληλα για να πετύχω τον στόχο: να εκφράσω αυτό που είδα. Και που δεν περιγράφεται. Μόνο αν το δεις θα το καταλαβαίνεις και θα το αισθανθείς. Μια υποκριτική-κέντημα. Λέξη τη λέξη, ματιά τη ματιά, κίνηση την κίνηση, η Μεντή ζωντάνεψε τη λαϊκότητα, το βάθος τού χαρακτήρα και αυτό το καταπληκτικό ταλέντο (μια ασύλληπτη φυσική ευχέρεια να κάνει στίχους τα συναισθήματα, τους πόνους και τα δράματα) τής εθνικής λαϊκής στιχουργού που έχει γράψει τους ωκεανούς και τα ποτάμια τού λαϊκού ρεπερτορίου. Φυσικά, χώρια αυτά που δεν ξέρουμε γιατί πουλούσε τα τραγούδια της για μερικές δραχμές. Επειδή έπρεπε – δεν άντεχε αλλιώς – να παίξει χαρτιά και γιατί «η πόκα Γιώργο είναι η μόνη που σε απάτησα», όπως λέει στον δεύτερο άντρα της, σε έναν από τους πολλούς μονολόγους.

Δεν θα πω αυτό το κοινότοπο: ότι η Μεντή «γέμισε τη σκηνή» με την ερμηνεία της. Θα πω ότι τη γέμισε με πρόσωπα κι ας ήταν ένας μονόλογος μιάμισης ώρας. Ήταν στιγμές, πολλές στιγμές, που είχες την αίσθηση πως δεν ήταν μόνη της στη σκηνή. Πως έβλεπες ζωντανά, με τα σουσούμια, τις γκριμάτσες, τις παραξενιές και το μεγαλείο τους την Κοτοπούλη, τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, να συνδιαλέγονται με την Ευτυχία – με αυτόν τον απίθανο τύπο Ελληνίδας που ήταν μαζί «ελεεινή» και μεγαλοφυής, αυτοκαταστροφική και μεγαλειωδώς δημιουργική. Και μαζί (σαν να) έβλεπες πάνω στη σκηνή τους ανέστιους της Καταστροφής το ’22, τους σφαγμένους, τους πανικοβλημένους στον τρόμο της Φυγής. Έβλεπες σελίδες της Ιστορίας να ζωντανεύουν μπροστά σου στα δέκα μέτρα που σε χώριζαν από το σκηνικό σανίδι αυτού του θεατρικού αριστουργήματος. Και τους έβλεπες σε μια δραματοποιημένη περιγραφή όπου το γέλιο από τη γραφικότητα διαδεχόταν η συγκίνηση από τις προσωπικές και τις εθνικές τραγωδίες. Με τη Μεντή άλλοτε να ρέει ήσυχα σαν ήρεμο ποτάμι, άλλοτε να αγριεύει με τη ροή σε μουγκρητό και άλλοτε να καταρρέει και να γκρεμίζεται σαν καταρράκτης.

Είδαμε την Παπαγιαννοπούλου να είναι παιδί, νέα, μεσόκοπη και να γερνάει πάνω στη σκηνή, μέσα σε κάτι περισσότερο από 90 λεπτά. Και το τραγούδι (που με τόσες και τόσο μεγάλες επιτυχίες θα μπορούσε με μια εύκολη ταχυδακτυλουργική παρουσίαση να κλέψει την παράσταση), ακολουθούσε απλά, προσεκτικά, από μικρή απόσταση τον Λόγο. Μια διακριτική συνοδεία. Με μικρές μουσικές παρεμβάσεις στις επιμέρους διηγήσεις. Σαν τα bold σε ένα κείμενο που σε παίρνει και σε στέλνει σε άλλα επίπεδα.

Ήταν μια παράσταση όπου αποκτούν το ακριβές νόημα μια λέξη και μια φράση που είναι μισότριβες από την πολλή χρήση στις κρίσεις μας: το «συγκλονιστική» (παράσταση) και «μην τη χάσετε» (θα χάσετε…)

Θα θυμάμαι για πολλά χρόνια, τέλος, το τέλος. Τα όρθιο χειροκρότημα, τον θρίαμβο, τον αυθεντικό ενθουσιασμό τού κοινού και τη βαθιά του συγκίνηση. Ένα χειροκρότημα για το οποίο δεν ξέρω πού απευθυνόταν πιο πολύ: στη Νένα ή στην Ευτυχία. Ή μήπως σε αυτή τη μοναδική αξεδιάλυτη σύνθεση που βγήκε από την ιστορία της δεύτερης και την ερμηνεία της πρώτης;


Υστερόγραφο 1: Δεν ξέρω αν επιτρέπεται να το πω, αλλά δεν νομίζω ότι θα έχει πρόβλημα. Η Νένα Μεντή τη συγκεκριμένη μέρα έπαιζε με πόνους στον σπόνδυλο – από αυτός που σου δυσκολεύουν μέχρι… ακινησίας τις κινήσεις. Μας το είπε και μας ρώτησε μετά την παράσταση, στο καμαρίνι, «αν φάνηκε κάτω». Τι να φανεί; Το είχαν καταπλακώσει η Ευτυχία, ο Μανώλης, ο Βασίλης, η Μαρίκα, οι Τσέτες – όλοι αυτοί που περπάτησαν, μίλησαν, κάλπασαν, έσφαξαν στη σκηνή του κυψελιώτικου θεάτρου. 

Υστερόγραφο 2: Το ξέρω, είναι σαν να ανακάλυψα τώρα την Αμερική – τόσο καθυστερημένα που πήγα να δω την παράσταση. Λυπάμαι που το πλοίο των θεατρικών επιλογών μου δεν πέρασε νωρίτερα από το «Χώρα». 

Διον. Βραϊμάκης 

 (*) Γεύση από το «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» εδώ 
(**) Γεύση από το «Δεσποινίς Μαργαρίτα» εδώ