Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Η δημοσιογραφική (πονεμένη) ταυτότητα και η έπαρση του κλάδου μας

ΜΙΑ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ«ΑΤΕΛΕΙΑΣ», ΟΙ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΡΟΧΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΜΠΕΛΑΚΙ «ΕΝΩΣΙΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΣΤΟ ΝΤΟΥΛΑΠΙ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ

Παλιά η δημοσιογραφική ταυτότητα ήταν σκληρό νόμισμα, σήμερα έρχονται στιγμές που νιώθω πως είναι βάρος που φουσκώνει το πορτοφόλι και προσθέτει περιττά εκατοστά στην περιφέρεια του στήθους. Στα πρώτα μου νιάτα κάθε χαρτί που βεβαίωνε δημοσιογραφική προέλευση το ένιωθα στα χέρια μου σαν πολιορκητικό κριό που άνοιγε όλες τις πόρτες. Έτσι νόμιζα, έτσι ένιωθα. Μου πρόσθετε πόντους, αλλά σε ύψος.

Θυμάμαι μια φορά τον εαυτό μου, 15-16 χρονών, σε αγώνα Α΄ κατηγορίας τής Αθήνας να κραδαίνω στη μούρη τού χωροφύλακα την ταυτότητα συνεργάτη στο «Φως». Μια ταυτότητα, με τη σφραγίδα τής ΕΠΣΑ (σιγά!), που της έδινε βάρος η βαριά υπογραφή τού εκδότη της: Θεόδωρος Νικολαΐδης!

Αργότερα, στη «μετέπειτα» νεότητα (στα ώριμα ακροτελεύτια χρόνια τής δεκαετίας των είκοσι) η ταυτότητα της Ένωσης έγινε πάσο για να γυρίσω την Ελλάδα τζάμπα – τύφλα να έχει ο Τζάμπας του Media Markt. Τζάμπα με τα ΚΤΕΛ, τα τρένα (πρώτη θέση, παρακαλώ), τα πλοία (μετά καμπίνας!) και γενναία έκπτωση στα αεροπλάνα. Θυμάμαι μια φορά στα ιπτάμενα δελφίνια, από το Πασαλιμάνι για τη Μονεμβασιά, μού είπαν ότι δεν ισχύει η ταυτότητα (που είχε πάνω ένα σωρό σφραγίδες υπουργείων, οργανισμών και αρχών) και μου κακοφάνηκε. Ξηλώθηκα αδιαμαρτύρητα σαν καλός απλός επιβάτης, αλλά ο πόνος μετριάστηκε όταν ο επόμενος από εμένα ήταν βουλευτής – κοτζάμ βουλευτής – στον οποίο αρνήθηκαν πάλι το ελευθέρας αλλά έγινε της κακομοίρας και τελικά το δέχτηκαν. +/- Δείτε τη συνέχεια

Η ταυτότητα μεγάλωνε την επαγγελματική μας ξιπασιά και τάιζε ένα είδος (πρέπει να το ομολογήσω) χαραμοφαϊσμού. Η ιδιότητα μέλους δημοσιογραφικής Ένωσης ήταν διαβατήριο για δωρεάν κινήσεις, αλλά και για σκανδαλώδεις φορολογικές ελαφρύνσεις ως ένα ορισμένο ποσό εσόδων. Αυτό το τελευταίο αποτελούσε, αν δεν κάνω λάθος, αντιπαροχή τής Χούντας όταν πήρε από τους δημοσιογράφους το Λαχείο Συντακτών (που κλήρωνε διαμερίσματα, μαγαζιά και μετρητά) και το ονόμασε Πρωτοχρονιάτικο Κρατικό ρίχνοντας στα ταμεία του κράτους τα σημαντικά του έσοδα.

Σε εκείνα τα χρόνια που η Δημοσιογραφία ήταν γοητεία και πλατωνικός έρωτας νέων με βασανιστικές ονειρώξεις για να βγουν στο γυαλί τής τηλεοπτικής ματαιοδοξίας, χιλιάδες αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν με την υπερήφανη σφραγισμένη ένδειξη «Ένωσις Συντακτών» στο παρμπρίζ. Κι άμα δεν την είχες, αν ήσουν ακόμα και το παιδί που μετέφερε χειρόγραφα στο τυπογραφείο, κοτσάριζες στο τζάμι ένα γιγάντιο PRESS, έγραφες τάδε εφημερίδα, και νόμιζες – μπορεί και να συνέβαινε – ότι οι τροχονόμοι θα βαρούσαν προσοχές στο πέρασμά σου.

Ώσπου κάποιοι (όχι πολλοί αλλά αρκετοί για να ρίξουν σπίλους απαξίας στον επαγγελματικό μας καθρέφτη) οδήγησαν τον κλάδο στον κάδο τής ηχητικής απόρριψης: «Αλήτες/ ρουφιάνοι/ δη-μο-σιο-γρά-φοι». Χωρίς αυτό βέβαια, να αποτρέπει εισέτι τις νεανικές ονειρώξεις για το γυαλί ή έστω το πληκτρολόγιο του πι-σι είτε σε εφημερίδα είτε, τουλάχιστον, σε σάιτ που σε πληρώνει με ποσοστά επί της διαφήμισης την οποία σου ζητάει να φέρεις για να πάρεις κάνα φράγκο.

Τα οικονομικά οφέλη τής ταυτότητας και της ιδιότητας μέλους δημοσιογραφικής ένωσης έχουν πάψει προ πολλών ετών – ούτε καν τα γνωρίζουν οι νεότερες (κι όχι πολύ νέες) γενεές. Και τα ταμπελάκια με τη σφραγίδα «Ένωσις Συντακτών» και τον αριθμό κυκλοφορίας, λουφάζουν κρυμμένα βαθιά στα ντουλαπάκια των αυτοκινήτων (γιατί αν την αφήσεις στο παρμπρίζ μπορεί, το λιγότερο, να το βρεις σπασμένο).

Όσο για την επαγγελματική ταυτότητα όλο και περισσότερο αποδυναμώνεται. Το διαπίστωσα πάλι χθες, Τρίτη, όταν τηλεφώνησα στο θέατρο «Χώρα» όπου παίζεται η πολύ καλή παράσταση (έτσι ξέρω) «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» με τη Νένα Μεντή. Ρώτησα αν ισχύουν οι ταυτότητες του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, του ΣΕΗ, για τη σύντροφό μου (γιατί σε άλλες φετινές παραστάσεις ΔΕΝ ισχύουν). Μου απάντησε «ναι». Τυπικά ρώτησα και για τη δημοσιογραφική ατέλεια. «Αυτή δεν ισχύει», μου απάντησε ευγενικά η κυρία του ταμείου. «Ούτε της ΕΣΠΗΤ; Ούτε της ΕΣΗΕΑ;», απόρησα. «Ούτε!».

Ήταν ένα ακόμα κάταγμα στον επαγγελματικό μου εγωισμό και στην (από χρόνια υπνώττουσα μέσα μου) έπαρση του κλάδου. Αλλά δεν με πόνεσε όσο προηγούμενα κατάγματα. Τα συνήθισα. Μπορεί και να συμβιβάστηκα μαζί τους. Αυτήν την άρνηση της δημοσιογραφικής ατέλειας από έναν θεατρικό επιχειρηματία τη βρήκα, άλλωστε, απόλυτα δικαιολογημένη. Είναι δικαίωμα κάθε επαγγελματία να κοστολογεί για ΟΛΟΥΣ – ακόμα κι αν πρόκειται για την πάπα – το προϊόν του. Κι ας είναι αυτό μια παράσταση. Το κοστολογεί όπως ο άλλος κοστολογεί μια τυρόπιτα ή μια ανθοδέσμη για την καλή σου. Που δεν την παίρνεις τζάμπα με την επίδειξη επαγγελματικής ταυτότητας. Την πληρώνεις ολόκληρη. Άλλωστε ο Τζάμπας (ο ιδιοκτήτης της Media Markt) πέθανε - κυριολεκτικά - στα ενενήντα του.

Κι αν σας ενδιαφέρει θα πάω την άλλη εβδομάδα (παίζεται και Δευτερότριτα) να δω την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Πληρώνοντας πλήρες εισιτήριο. Ούτε καν λαϊκή απογευματινή. Όσο αντέχουμε να πληρώνουμε...

Διον. Βραϊμάκης