Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Η Εστία που έκλεισε, η Ζωή και ο «Γιώργος ο Βιβλίας» των παρασκηνίων

Στη Σταδίου η πρώτη στέγη του
ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ (ΚΑΠΟΤΕ, ΠΟΛΥ ΠΑΛΙΑ...) 15ΧΡΟΝΟΥ! Η ΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΟΛΑ ΤΑ ΜΑΣΑΕΙ, ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΤΑΠΙΝΕΙ 

«Τρελαίνομαι μ' αυτούς που θρηνούν για κλεισμένα θέατρα και βιβλιοπωλεία που έκλεισαν επειδή οι ίδιοι αυτοί θρηνούντες δεν τα επισκέπτοντο!». Ο αφορισμός είναι αναρτημένος στο facebook, στη σελίδα τής καλής μου φίλης (από τη δεκαετία των είκοσι!) Ζωής Ρηγοπούλου. Έχει δίκιο. Αλλά όχι απόλυτο. Θρηνούμε (μας κάνει αίσθηση για την ακρίβεια) οτιδήποτε έχει μια ιστορική φόρτιση και χάνεται στη φυγόκεντρο του κύκλου ακμή-παρακμή. Κι ας μην το χρησιμοποιούσαμε από ένα σημείο και μετά. Πρόσφατα καταναλώθηκαν πολλές λέξεις κειμένων για τον Λέντζο, με τον φημισμένο στους Αθηναίος φραπέ, που έκλεισε στο Παγκράτι (είχε γίνει και τραγούδι από τον Ρασούλη!). Ένα από τα πολλά ωραία που γράφτηκαν για τον σχεδόν θρυλικό Λέντζο ήταν, σε τούτο το μπλογκ, από τον επίσης καλό μου φίλο (από τη δεκαετία των σαράντα εκείνος) Νίκο Σαρίδη. Αν έχετε χρόνο και διάθεση για ανάγνωση διαβάστε το εδώ, είναι ένα πολύ καλό κείμενο από έναν εξίσου καλό δημοσιογράφο, έναν εξαιρετικό «γραφιά». Μας έκανε αίσθηση που έκλεισε ο Λέντζος κι ας μην πηγαίναμε εκεί, ας πίναμε αλλού τα τελευταία χρόνια τον καφέ μας. Όπως δεν πηγαίναμε στο βιβλιοπωλείο της Εστίας («του Κολλάρου», όπως το ξέραμε οι παλαιότεροι). Γιατί; +/- Δείτε τη συνέχεια

** Γιατί άνοιξαν καινούργια βιβλιοπωλεία, πιο λειτουργικά, πιο σουπερμαρκίστικα ή ακόμα και πιο δεμένα συναισθηματικά μαζί μας.

** Γιατί όπως, ας πούμε, το ξυραφάκι Astor (που οι πατεράδες μας το ακόνιζαν τρίβοντάς το κυκλικά στο ποτήρι για περισσότερες χρήσεις) ξεπεράστηκε από το ξυραφάκι με το ατσάλινο σπαθί ή εκείνο με το βαθύ κόψιμο, το ανατομικό σχήμα, τη διπλή λάμα (που πιάνει στον ύπνο την τρίχα και μόλις πάει να ξαναμπεί στην κρυψώνα της την ξανακόβει, λέει, η δεύτερη λεπίδα που ακολουθεί σαρωτικά την πρώτη), έτσι ξεπεράστηκε και το Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Τώρα τα βιβλιοπωλεία είναι μαζί ΚΑΙ καφετέριες ΚΑΙ ρεστοράν ΚΑΙ χώροι διαλέξεων ΚΑΙ κέντρα πολιτιστικών (και πολιτικών καμιά φορά!) συγκεντρώσεων.

** Γιατί το βιβλίο άνθησε από μια εκπληκτική σπορά (οι μισοί Έλληνες έγιναν συγγραφείς και οι άλλοι μισοί αναγνώστες) που έφερε τόνους από απούλητες σοδιές. Βιβλία που σήμερα είναι στη βιτρίνα, αύριο πάνε στις αποθήκες και μεθαύριο πωλούνται στα καροτσάκια ή στα παλαιοπωλειοβιβλιοπωλεία στην τιμή-τσουβάλι ένα παντάευρω πέντε κομμάτια.

** Γιατί υπάρχουν κι άλλες πηγές για να βρούμε τα βιβλία μας. Λόγου χάρη εμείς στο σπίτι κάνουμε τις βιβλιοτροφοδοσίες μας από το μοναδικό βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Για να το στηρίξουμε. Για να το έχουμε κοντά μας. Για να ΥΠΑΡΧΕΙ. Όπου ένας καταπληκτικός βιβλιοπώλης-βιβλιογνώστης-βιβλιοφάγος, ο Παντελής (της κατηγορίας «γλυκός, έξυπνος, μορφωμένος άνθρωπος»), μας ενημερώνει και μας εξυπηρετεί φέρνοντάς μας ακόμα και την πιο απίθανη έκδοση που θα του ζητήσουμε. Άλλωστε δεν πάνε πάρα πολλά χρόνια – η Ζωή φαντάζομαι το ξέρει – που οι ηθοποιοί γέμιζαν με νέες εκδόσεις τις βιβλιοθήκες τους από την πραμάτεια ενός καταπληκτικού πλανόδιου πωλητή βιβλίων, υπέροχου ανθρώπου, που διέτρεχε την Αθήνα με το μηχανάκι του και περιδιάβαζε καθημερινά τα καμαρίνια των θεάτρων. Ήταν ο «Γιώργος ο Βιβλίας», ο αλησμόνητος Γιώργος Καζάντζας, τη δουλειά του οποίου συνέχισε αργότερα ο γιος του.

Πριν κατεβάσει τα ρολά γνώρισε τους κραδασμούς της Κρίσης
Είμαι κι εγώ ανάμεσα σε αυτούς που πικράθηκαν από τα κατεβασμένα ρολά τού Βιβλιοπωλείου της Εστίας – ευτυχώς όχι μαζί και των εκδόσεων της Εστίας, νομίζω. Πικράθηκα γιατί το είχα γνωρίσει από τα δέκα πέντε μου χρόνια, όταν ήταν ακόμα στην ιστορική του θέση, στην οδό Σταδίου, πριν αναζητήσει στέγη στη Σόλωνος. Δεν ήμουν το φοβερό παιδί του πνεύματος όταν το γνώρισα. Απλώς, οι περιστάσεις με έκαναν να περνάω συχνά την πόρτα του, όταν δουλεύοντας ως «παιδί για όλες τις δουλειές» στην Εστία, στην εφημερίδα δηλαδή, με έστελναν οι δημοσιογράφοι να τους πάρω βιβλία που είχαν παραγγείλει. Και μου κόλλησαν το μικρόβιο του βιβλιοψαξίματος και της βιβλιοφαγίας – έστω σε ποσότητα και συχνότητα κολατσιού. Είχα γνωρίσει τότε τον Νίκο Παντελάκη, έναν υπάλληλο που πέρασε τουλάχιστον εβδομήντα από τα 95 χρόνια τής ζωής του στο Βιβλιοπωλείο της Εστίας και που ήταν ο πρόδρομος του κομπιούτερ στα βιβλία: ήξερε και θυμόταν χιλιάδες εκδόσεις, την ημερομηνία τους, το περιεχόμενό τους, τους ήρωές τους, ακόμα και το χρώμα του εξωφύλλου τους. Και θυμάμαι, επίσης, έναν άλλον υπάλληλό του, άριστο γνώστη τής δουλειάς, τον κύριο Χατζηγιάννη αν δεν κάνω λάθος κι αν δεν τα μπερδεύω (μου διαφεύγει το μικρό του όνομα) – έναν ακόμα καταπληκτικό φωτογραφικό εγκέφαλο του βιβλιογραφικού υλικού.

Γι’ όλα αυτά πικραίνομαι που έκλεισε η Εστία. Και για κάτι ακόμα: γιατί η Κρίση (με τη βοήθεια της Εξέλιξης) μασάει με μηρυκασμούς, καταπίνοντας, ξαναβγάζοντας και ξανακαταπίνοντας, σχεδόν τα πάντα. Εδώ μασάει και καταπίνει ανθρώπους, τα βιβλιοπωλεία θα αφήσει;

Διον. Βραϊμάκης 

Υστερόγραφο 1: Η Ζωή, πάντως, έχει δίκιο. Ως λαός διαβάζουμε ελάχιστα, μιλάμε πολύ και φωνάζουμε εκκωφαντικά – συχνά για λάθος πράγματα. 

Υστερόγραφο 2: Το διάβασα πριν από λίγο στον Πιτσιρίκο και μ’ άρεσε. «Τι να το κάνεις το βιβλιοπωλείο της Εστίας όταν μπορείς να διαβάσεις τους μεγάλους Έλληνες συγγραφείς στο Facebook; Άρα, φταίει το Facebook» (!)

4 σχόλια:

  1. Σχόλιο για το θέμα στο fb31 Μαρτίου 2013 - 9:46 μ.μ.

    Πολύ όμορφο άρθρο. Δεν διαφωνούμε. Αφού όμως δεν ξυρίζεται πια κανείς με Astor και δεν πίνει πια καφέ στον Λέντζο...άρα κλαίμε για τη χαμένη μας νιότη. Δεν θρηνούμε απλώς για ένα σημαντικό στέκι ή μια συνήθεια που χάθηκε, θρηνούμε για ένα παρελθόν που δεν θα ξανάρθει. (Αυτά όσον αφορά την Εστία, ισχύουν βέβαια για ανθρώπους που διαβάζουν. Που όπως σωστά επισημαίνεις, στην Ελλάδα δεν είναι πολλοί.)
    Πριν από 7 λεπτά · Δεν μου αρέσει · 1

    ΥΓ: Καζάντζας και ξερό ψωμί! Τις μισές δεκαημερίες μου εκεί τις ακούμπαγα!!!

    Ζωή Ρηγοπούλου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Επωνύμως Ανώνυμος κι Ανωνύμως Επώνυμος31 Μαρτίου 2013 - 10:26 μ.μ.

    Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.

    Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
    δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
    και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
    ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
    να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

    Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
    είναι που κάμνουνε μια ιστορία
    μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
    αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
    δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
    για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
    κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
    με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

    Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
    Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
    η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
    η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
    Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
    κι από την άλληνα την συναφή,
    κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
    είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;

    σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

    Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
    βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
    πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

    Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
    κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
    απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
    να δούμε τι απομένει πια, μετά
    τόση δεινότητα χειρουργική.—

    Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
    Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
    Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
    Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
    Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
    Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

    (Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Kανείς δεν έχει ανάγκη από οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο. Και το λεώ αυτό γνωρίζοντας άτομο που σε συζήτηση -για αλλαγή της κοινωνίας- μου είπε "ΘΕΛΩ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΩ, ΝΑ ΤΑ ΕΧΩ ΣΠΙΤΙ". Φετιχισμός του εμπορεύματος που λέμε.
    [Φετιχισμός του εμπορεύματος είναι κι αυτή η νοσταλγία για την Εστία, η νοσταλγία που έχω εγώ και κάθε γενιά για τα πλαστικά παιχνίδια με τα οποία έπαιζε και το κόλλημα που έχουνε κάποιοι με τα προϊόντα apple, levi's, gucci και δε συμμαζεύεται.]

    Όλα αυτά τα βιβλία, υπάρχει πιθανότητα και να καταστραφούνε. Αντίθετα, μια δανειστική βιβλιοθήκη θα ήτανε ό,τι πρέπει, τη χρειάζεται κάθε δήμος, αν όχι κάθε γειτονιά. Στη βιβλιοθήκη λοιπόν. Ούτε σε παλαιοπωλεία, ούτε στα σκουπίδια.

    Ένα πρόσφατο παράδειγμα μαζικής καταστροφής βιβλίων (=δέντρων πέρα από όλα τα άλλα)

    http://wp.me/p1pa1c-bDw

    Παίζει να είναι οι μόνες κόκκινες γραμμές που θα βάλει η Ελλάδα την εποχή των Κουβέληδων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δεν άντεξε τον ανταγωνισμό με τις τηλεπωλήσεις βιβλίων του Λιακόπουλου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή