Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Πώς καταντήσαμε έτσι (και) μόνοι μας;

ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΧΑΝΟΥΝ ΕΔΑΦΗ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΘΟΝΗ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ Η ΠΡΟΧΕΙΡΟΤΗΤΑ. ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ «ΤΡΙΠΛΟ ΠΝΕΥΜΑ» ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ

Μεγάλωσα, ωρίμασα και σχεδόν γέρασα δημοσιογραφικά ακούγοντας το ευχολόγιο παλαιοτέρων – αλλά όχι μόνο – δημοσιογράφων: «Εφημερίδες να βγαίνουν, δουλειά να έχουμε». Ακουγόταν ωραία. Και λογικά. Είχαμε δουλειά για μερικά χρόνια, μπορεί και για δεκαετίας. Όχι τόση δουλειά για όλους που να τρώμε με χρυσά κουτάλια. Αλλά όλο και κάποιο κοχλιάριο υπήρχε. Και μαζεύτηκε μυρμήγκι στη χυμένη ζάχαρη το λεφούσι των νέων δημοσιογράφων – με εισαγωγικά πολλοί, χωρίς εισαγωγικά αρκετοί άλλοι και, μάλιστα, δημοσιογράφοι με τόνο που έβαζαν παλιά οι δασκάλες στο 10άρι. Και μαζί γεμίσαμε από «Χάρβαρντ» δημοσιογραφικής παιδείας: σχολές με δασκάλους εμπειρικούς, ορισμένων από τους οποίους αν έβλεπες το χειρόγραφό τους πριν πάει στο τυπογραφείο θα τους εμπιστευόσουν, το πολύ, για σεκιουριτάδες στα εκδοτικά μέγαρα. +/- Δείτε τη συνέχεια

Βολευτήκαμε γαντζωμένοι στη φούσκα. Και απλωνόμαστε όσο αυτή μεγάλωνε με εφημερίδες και εφημεριδάκια. Που δεν ήξερες, δεν μπορούσες να εξηγήσεις, πώς επιβίωναν χωρίς στάλα αίμα, πώς ζούσαν χωρίς καρδιακό παλμό – με κυκλοφορία μερικών εκατοντάδων φύλλων. Και μαζί στο δημοσιογραφικό ποτάμι μπήκε ο παραπόταμος τής  ιδιωτικής τηλεόρασης, ο χείμαρρος της «ελεύθερης ραδιοφωνίας», ο καταρράκτης ιλουστρασιόν χαρτιού από περιοδικά παντός είδους: λάιφσταϊλίστικα, για τα άστρα, την άμυνα, τη μαγειρική, τη φωτογραφία, το αυτοκίνητο, το κουτσομπολιό, το ψάρεμα, το κυνήγι, το ποδόσφαιρο, το σκάκι, το καράτε, το ντύσιμο, την κηπουρική, την ιατρική, την παραϊατρική, τα συμπαντικά μυστήρια, τα κατοικίδια, το τραμπολίνο, τον γυναικείο οργασμό, τον αντρικό οργασμό...

Και στεκόσουν μετά τα μεσάνυχτα μπερδεμένος στον πάγκο τής Ομόνοιας, χαμένος μέσα στον τυπωμένο Αμαζόνιο. Άρπαζες αρμαθιές περιοδικών και εφημερίδων μαζί με αποσμητικά, μπρελόκ, σερβιέτες και προφυλακτικά, πλήρωνες έφευγες και δεν διάβαζες. Απλώς φτάνοντας σπίτι ξεψείριζες σελίδες, ένθετα, άλλα ένθετα μέσα στα ένθετα και δώρα.

Μαζί χρίστηκαν εκδότες σημαντικοί και ασήμαντοι. Μιντιάρχες που πρόσφεραν ποιότητα (σπάνια αντικειμενικότητα) με το αζημίωτο, αλλά κι άλλοι που έπεσαν βδέλλα κατευθείαν στη φλέβα τού κράτους, των οργανισμών, των ιδρυμάτων, τον φορέων και ρουφούσαν με εφημεριδικές πατσαβούρες  μέχρι σκασμού – ώσπου ήρθε ο σκασμός, ξέρασαν το αίμα κι άρχισαν οι απολύσεις.

Ξαφνικά η φούσκα άρχισε να χάνει επιφάνεια, αέρα και μάζα. Έπεφταν σαν πιτυρίδα στον γιακά κατά δεκάδες, μετά κατά εκατοντάδες: ΚΑΙ άξιοι, ΚΑΙ άπειροι, ΚΑΙ απαίδευτοι, ΚΑΙ αγράμματοι, ΚΑΙ χανουμάκια των διευθυντών που απέκτησαν δημοσιογραφική ταυτότητα με καδραρισμένα τα μπούτια τους στη θέση της φωτογραφίας. Σιγά σιγά ο κλάδος μεταλλάχθηκε. Από πολυθεσίτες γίναμε μονοθεσίτες – αν ξεφύγαμε, όσοι και όσο ξεφύγαμε, από την ανεργία. Και αποκτήσαμε χούγια λύκων της αγέλης. Που σε περιόδους σιτοδείας χιμούν σε άλλους λύκους, άλλοτε ομογάλακτους. Το είδαμε τώρα με την τριπλή προσπάθεια να αναβιώσει έμμεσα ή άμεσα η Ελευθεροτυπία (ο τίτλος ή η ψυχής της) από δικούς της ή λιγότερο δικούς της ανθρώπους. Τρεις εφημερίδες διεκδικούν το σώμα ή το πνεύμα της - με γονιδιακή συνέχεια από συντάκτες που υπήρξαν κυκλοφορική δύναμη στις αρτηρίες της. Και σε αυτή τη διεκδίκηση δημοσιογράφοι στρέφονται κατά δημοσιογράφων θυμίζοντας, σε άλλο επίπεδο, εκείνο το παλιό, της 10ετίας τού ΄70, «Άνθρωποι εναντίον ανθρώπων» του Φραντσέσκο Ρόσι.

Παλιά – στα χρόνια της ευμάρειας – ήταν οι εκδότες που ξεσκίζονταν μεταξύ τους. Για τις κυκλοφορίες, για τις ζώνες επιρροής, για τη διανομή των φύλλων, για τη διανομή των λαφύρων, για τον ποιος θα αρπάξει ποιον από τις εκλεκτές πένες τού άλλου. Τώρα είναι οι δημοσιογράφοι που ορμούν κατά δημοσιογράφων. Για τις λίγες θέσεις. Για τα ελάχιστα τσανάκια φαγητού που βρίσκονται διάσπαρτα στα ερημωμένα καλντερίμια του Τύπου. Για τις εφημερίδες που κυκλοφορούν με τόσο λίγο δημοσιογραφικό κόσμο που άλλες φορές θα τον ονομάζαμε προσωπικό ασφαλείας.

Και την ίδια ώρα που εφημερίδες και περιοδικά χάνουν εδάφη, υψώματα, ποταμογραμμές και φαράγγια στη μάχη με την (διαδικτυακή) οθόνη, απλώνεται σαν πανώλη η κακή (ευτυχώς, υπάρχει και λίγο καλή) δημοσιογραφία τού διαδικτύου. Όπου σε μια πολύ μεγάλη μερίδα –  όχι σε όλον τον ιστό – μεγαλουργεί η αμορφωσιά, η χυδαιότητα, η αφερεγγυότητα, η αντιγραφή, η εξαφάνιση της δεοντολογίας, ο βαρβαρισμός, ο σολοικισμός. Και μαζί θριαμβεύει η ελλιποβαρής σύνθεση του προσωπικού – ελλιποβαρής σε αριθμό και ποιότητα.

Πώς μας κατάντησαν έτσι; Πώς καταντήσαμε (και) μόνοι μας;

Διον. Βραϊμάκης

4 σχόλια:

  1. Δεν μας ενδιαφέρουν οι κλάψες σας δεν είσαστε μόνοι σας στην κρίση και άλλοι πεινάνε!!!! Πηγαινετε να χωθείτε σε κανένα υπουργείο!!! Ειστε κουραστικοί…..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Λήσταρχος Νταβέλης17 Ιανουαρίου 2013 - 7:51 μ.μ.

    Δεν ξερεις και να διαβαζεις.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ξέρει να διαβαζει πίσω από τις λεξεις. Χαχαχα!!

      Διαγραφή
  3. http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=pBPSLI4znKA

    ΑπάντησηΔιαγραφή